Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

26 Μαρτίου 1827: πεθαίνει ο συνθέτης Λούντβιχ φον Μπετόβεν.


Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, προφορά στα γερμανικά: Λούντβιχ φαν Μπέτχοφεν, Βόννη, 16 Δεκεμβρίου 1770 — Βιέννη, 26 Μαρτίου 1827) ήταν Γερμανός μουσικός και συνθέτης.

Αποτέλεσε μία από τις κεντρικότερες μορφές της κλασικής μουσικής και συγκαταλέγεται σήμερα ανάμεσα στους ευρύτερα αποδεκτούς συνθέτες όλων των μουσικών περιόδων και τους πλέον γνωστούς όλων των εποχών. Ο Μπετόβεν αν και ανήκει περισσότερο στην κλασική περίοδο, συνδέθηκε με το κίνημα του ρομαντισμού που ακολούθησε και τα τελευταία του έργα διακρίνονται από έντονα ρομαντικά στοιχεία. Οι συμφωνίες και τα κοντσέρτα για πιάνο που συνέθεσε αποτελούν τα πιο δημοφιλή έργα του. Από πολλούς αναγνωρίζεται ως μια από τις μουσικές ιδιοφυίες, παράδειγμα και μέτρο σύγκρισης για όλους τους μεταγενέστερους συνθέτες.

Η ζωή του
Ο Μπετόβεν γεννήθηκε στη Βόννη το 1770. Η ακριβής ημερομηνία γέννησης του δεν είναι γνωστή, βαφτίστηκε όμως στις 17 Δεκεμβρίου. Καταγόταν από μουσική οικογένεια, αν και κανένας από τους προγόνους του δεν διακρίθηκε στη σύνθεση. Ο παππούς του ήταν φλαμανδικής καταγωγής και διευθυντής χορωδίας στην Αυλή του Πρίγκηπα Εκλέκτορα της Κολωνίας στη Βόννη. Ο πατέρας του, Johann van Beethoven, εργάστηκε ως επαγγελματίας τενόρος στην ίδια χορωδία ενώ παρέδιδε και μαθήματα πιάνου και τραγουδιού. Παράλληλα αποτέλεσε τον πρώτο δάσκαλο μουσικής του Λούντβιχ, ωστόσο η σχέση τους ήταν μάλλον κακή, καθώς ο πατέρας του τον καταπίεζε διαρκώς και προσπαθούσε να τον εκμεταλλευτεί παρουσιάζοντας τον ως παιδί θαύμα, όπως ήταν ο Μότσαρτ. Αργότερα, ο Κρίστιαν Νέεφε (Christian Neefe) ανέλαβε το έργο της μουσικής του εκπαίδευσης.
Σε ηλικία 12 ετών δημοσιεύτηκε η πρώτη του σύνθεση και ο Νέεφε δήλωσε πως επρόκειτο για τον νέο Μότσαρτ. Ο Μπετόβεν συνέχισε να συνθέτει έργα ενώ συγχρόνως άρχισε να εργάζεται ως οργανίστας στην Αυλή. Το 1787 μια ξαφνική αρρώστια της μητέρας του, στερεί τη δυνατότητα από τον νεαρό Μπετόβεν να μεταβεί στη Βιέννη προκειμένου να κάνει μαθήματα με τον Μότσαρτ. Λίγο αργότερα όμως, το 1792, ο Γιόζεφ Χάυντν, κανόνισε να πάει τελικά στη Βιέννη για να αναλάβει τη διδασκαλία του. Η εκπαίδευσή του στο πλευρό του Χάυντν διήρκεσε συνολικά δύο χρόνια. Επιπλέον σπούδασε αντίστιξη για ένα χρόνο με τον Γιόχαν Γκέοργκ Αλμπρεχτσμπέργκερ (Johann Georg Allbrehtsberger) και φωνητική σύνθεση με τον Αντόνιο Σαλιέρι (Antonio Salieri). Σταδιακά, άρχισε να αναγνωρίζεται η αξία του, αρχικά ως πιανίστας αλλά αργότερα και ως συνθέτης. Σε αντίθεση με την πλειοψηφία των συνθετών της εποχής, ο Μπετόβεν δεν ανήκε στην Αυλή ούτε εργάστηκε για την εκκλησία, αλλά διατήρησε την ανεξαρτησία του ως συνθέτης. Κατόρθωνε να συντηρείται είτε με έσοδα από τις δημόσιες συναυλίες του, είτε παράγοντας και έργα κατά παραγγελία. Την πρώτη δημιουργική του περίοδο κατάφερε να καθιερωθεί στη Βιέννη χάρη στην σημαντική υποστήριξη του αριστοκρατικού κύκλου της Αυστρίας, της Βοημίας και της Ουγγαρίας.
Ένα από τα σημαντικότερα και το πιο τραγικό γεγονός της ζωής του Μπετόβεν αποτέλεσε η κώφωση του. Άρχισε να χάνει την ακοή του σταδιακά από την ηλικία των 26 ετών, το 1796 (κατά άλλους αρχίζει λίγα χρόνια αργότερα) και, περίπου το 1820, θεωρείται πως ήταν ολοκληρωτικά κωφός. Το γεγονός αυτό προκαλούσε μεγάλη θλίψη στον Μπετόβεν, η οποία αποτυπώνεται και σε γράμμα του προς τους αδελφούς του, το 1802, με την παράκληση να διαβαστεί μετά το θάνατό του, γνωστό και ως Διαθήκη του Heiligenstadt. Παρά την απώλεια της ακοής του, έγραψε μουσική μέχρι το τέλος της ζωής του. Η υγεία του Μπετόβεν ήταν γενικά κακή και το 1826 επιδεινώθηκε δραστικά, γεγονός που οδήγησε και στο θάνατο του τον επόμενο χρόνο.

Μουσικό έργο
Το έργο του Μπετόβεν διακρίνεται κυρίως σε τρεις χρονικές περιόδους. Η πρώτη αρχίζει από τις πρώτες δημιουργίες του μέχρι το 1802 που δημιουργεί τελικά ένα προσωπικό ύφος. Η δεύτερη περίοδος διαρκεί περίπου μέχρι το 1816 και ο Μπετόβεν είναι ήδη ένας αναγνωρισμένος συνθέτης. Η τελευταία περίοδος διακρίνεται από την παρουσία του ρομαντικού στοιχείου στις συνθέσεις του.

Πρώτη περίοδος 
Τις πρώτες σονάτες που συνέθεσε, ο Μπετόβεν τις αφιέρωσε στον Χάυντν, που αποτέλεσε και τον σημαντικότερο δάσκαλό του. Οι σονάτες αυτές χαρακτηρίζονται και από μεγάλες ομοιότητες με αντίστοιχες συνθέσεις του Χάυντν. Η σημαντικότερη ίσως από αυτές είναι η "Παθητική" (op. 13). Άλλες εμφανείς επιδράσεις είναι ο Μότσαρτ, ο Μούτσιο Κλεμέντι (Muzio Clementi) και ο Γιαν Ντούσεκ (Jan Dussek). Τον Απρίλιο του 1800 ο Μπετόβεν παρουσίασε την 1η Συμφωνία και δύο χρόνια αργότερα την 2η Συμφωνία. Η πρώτη ακολουθεί περισσότερο τα κλασικά πρότυπα, ενώ η δεύτερη χαρακτηρίζεται από περισσότερες καινοτομίες, κυρίως ως προς τη δομή της. Τα πρώτα έργα του Μπετόβεν διακρίνονται γενικά από συχνές εναλλαγές στη δυναμική και έντονες αντιθέσεις ή εξάρσεις. Στην πρώτη περίοδο ανήκουν επιπλέον τα έξι πρώτα κουαρτέτα εγχόρδων (op. 18) και τα δύο πρώτα κοντσέρτα για πιάνο.

Δεύτερη περίοδος 
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης δημιουργικής περιόδου του, ο Μπετόβεν έχει αναγνωριστεί σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη ως συνθέτης και πιανίστας. Παράλληλα αναπτύσσει ένα περισσότερο προσωπικό ύφος το οποίο χαρακτηρίζεται συχνά ως "ηρωικό". Η περίοδος αυτή ξεκινά με την 3η Συμφωνία (ή Ηρωική Συμφωνία), η οποία είναι πολύ μεγάλη σε διαστάσεις για τα πρότυπα της εποχής και χαρακτηρίζεται από αρκετές παρεκτροπές από την κλασική δομή των συμφωνιών. Το δεύτερο μέρος (Πένθιμο Εμβατήριο) έχει εμβατηριακό χαρακτήρα και θεωρείται αναφορά στην Γαλλική Επανάσταση. Αφιερώθηκε αρχικά στον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Την ίδια περίοδο ο Μπετόβεν συνθέτει και την μοναδική του όπερα Φιντέλιο. Κεντρικός χαρακτήρας της είναι η Λεονόρα, η οποία μεταμφιεσμένη σε άνδρα σώζει τον σύζυγο της από τη φυλακή. Η όπερα παραπέμπει επίσης στην Γαλλική Επανάσταση, με την Λεονόρα να ενσαρκώνει τα ιδανικά της. Η πρώτη παράσταση της όπερας δόθηκε το 1805 αλλά ακολούθησαν άλλες δύο εκδοχές της, το 1806 και το 1814.
Την περίοδο 1806 - 1808, ο Μπετόβεν ολοκλήρωσε την 4η, την 5η και την 6η Συμφωνία (ή Ποιμενική), ενώ το 1812 γράφτηκε η 7η και η 8η Συμφωνία. Στην δεύτερη περίοδο του Μπετόβεν ανήκουν ακόμα τα τρία τελευταία κοντσέρτα για πιάνο, το μοναδικό κοντσέρτο για βιολί, πέντε κουαρτέτα εγχόρδων (7-11) και έξι επιπλέον σονάτες για πιάνο στις οποίες περιλαμβάνεται η σονάτα Waldstein και η Appasionata.

Τρίτη περίοδος
Το 1816, το προχωρημένο στάδιο απώλειας ακοής του Μπετόβεν, αναγκάζει τον συνθέτη να αποσυρθεί σε μεγάλο βαθμό από πολλές κοινωνικές εκδηλώσεις. Οι συνθέσεις αυτής της περιόδου είναι μεγαλοπρεπείς, με μεγαλύτερο πνευματικό βάθος, ενώ η δομή τους θεωρείται γενικά πιο αφηρημένη και ασαφής. Στα τελευταία έργα του, ο Μπετόβεν χρησιμοποίησε επίσης πολύ συχνά το στοιχείο των παραλλαγών. Οι παραλλαγές Diabelli θεωρούνται από τα σημαντικότερα έργα αυτού του είδους και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για αρκετά έργα της ρομαντικής περιόδου. Η τρίτη δημιουργική περίοδος χαρακτηρίζεται από την ολοκλήρωση της 9ης Συμφωνίας, η οποία παρουσιάστηκε δημόσια τον Μάιο του 1824. Αναφέρεται πως ο Μπετόβεν, που φαινομενικά διηύθυνε το έργο, δεν ήταν σε θέση να ακούσει τα χειροκροτήματα του πλήθους και χρειάστηκε να τον στρέψει προς το κοινό για υπόκλιση μία από τις σολίστ. Στην ένατη συμφωνία υπάρχει ένα στοιχείο καινοτομίας που είναι η χρήση χορωδίας και τεσσάρων μονωδών στην μελοποίηση του ποιήματος Ωδή στη Χαρά του Σίλερ (Shiller). Θεωρείται ως σήμερα ένα από τα αριστουργήματα στην ιστορία της μουσικής αν και, σε ορισμένα σημεία, ο συνθέτης έχει (πιθανόν λόγω της κώφωσής του) γράψει για ορισμένα όργανα (όπως το κόρνο) νότες που δεν τις διαθέτουν. Άλλα έργα που ανήκουν στην τελευταία περίοδο δημιουργίας του Μπετόβεν είναι τα τελευταία έξι κουαρτέτα εγχόρδων, οι τελευταίες έξι σονάτες για πιάνο καθώς και η Missa Solemnis (Επίσημη Λειτουργία), έργο θρησκευτικής αντιστικτικής μουσικής

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

23 Δεκεμβρίου 1997: το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών κηρύττει ενόχους, χωρίς κανένα ελαφρυντικό, τους Ασημάκη Κατσούλα και Μανόλη Δημητροκάλλη για την υπόθεση των "σατανιστών της Παλλήνης".


Το χρονικό της υπόθεσης.....
Με πλήρη συνείδηση για το τι έκαναν, οι δύο παιδικοί φίλοι, Ασημάκης Κατσούλας 21 ετών και Εμμανουήλ Δημητροκάλης 19 ετών άρχισαν να κάνουν τελετές μαύρης μαγείας στην Παλλήνη και στο Κορωπί προσπαθώντας να μυήσουν παράλληλα και άλλους συνομήλικούς τους.
Μαζί με τους δύο συλληφθέντες που υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό ο πρώτος και στο Στρατό Ξηράς ο δεύτερος, η αστυνομία συνέλλαβε και τη φίλη του Α.Κατσούλα, Δήμητρα Μαργέτη 18 ετών η οποία κατηγορείτο για συνέργεια στις πράξεις τους.
Όπως ανακοίνωσε στους δημοσιογράφους ο διοικητής της Ασφάλειας Αττικής, ταξίαρχος Δημήτρης Αποστολόπουλος, οι δύο συλληφθέντες ομολόγησαν τις πράξεις τους και προχώρησαν σε ανατριχιαστικες αποκαλύψεις για το τι έκαναν.

Ο Α.Κατσούλας και ο Ε.Δημητροκάλης διέπραξαν το 1ο έγκλημα στις 27 Αυγούστου του 1992. Με το πρόσχημα της λευκής μαγείας οδήγησαν την 14χρονη Θεοδώρα Συροπούλου στη θέση Σέσι στο Κορωπί, όπου αφού την έγδυσαν και τις έκλεψαν τα κοσμήματα, τη χτύπησαν με ένα ξύλο στο κεφάλι και τη σταγγάλισαν.
Στη συνέχεια ο Α.Κατσούλας τη βίασε και μαζί με τον Ε.Δημητροκάλη περιέλουσαν το σώμα της με βενζίνη και το έκαψαν. Από τη φωτιά μάλιστα προκλήθηκε πυρκαγιά στο δάσος του Υμηττού.

Το δεύτερο αποτρόπαιο έγκλημα έγινε τη Μεγάλη Τετάρτη του Απριλίου του 1993, με θύμα την 28χρονη Γαρυφαλλιά Γιούργα, μητέρα δύο παιδιών και καμαριέρα του ξενοδοχείου «Μεγάλη Βρετανία»

Οι δράστες τη συνάντησαν τυχαία, τη στιγμή που επέστρεφε στο σπίτι της στα Γλυκά Νερά. Με το πρόσχημα ότι είναι αστυνομικοί την επιβίβασαν στο αυτοκίνητο του Κατσούλα και την οδήγησαν σε ερημικό σημείο στο Κορωπί, όπου τις πέρασαν χειροπέδες στα χέρια, την έγδυσαν και τη βίασαν.
Στη συνέχεια ο Α.Κατσούλας της πολτοποίησε το κεφάλι με μία πέτρα για να μην αναγνωρίζεται.
Έτσι έπεσε η αυλαία στο μακάβριο έργο της «σατανικής τριάδος» δίνοντας το έναυσμα για ένα πρωτοφανή δικαστικό μαραθώνιο

Το προφίλ των τριών νεαρών σατανιστών...
Ο πρώτος εκ των κατηγορουμένων, Ασημάκης Κατσούλας, γεννημένος στις 27/5/72 είναι γόνος μέσης αστικής οικογένειας. Διέμενε έως τη σύλληψή του στην περιοχή της Κάντζας.
Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες, από το 1989 και μετά, όταν και είχε συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του, διέθετε ήδη ανεπτυγμένες νοητικές ικανότητες, επιβλητική εμφάνιση, ενώ διακατεχόταν από ανησυχία πνεύματος. Ήταν ιδιαίτερα πειστικός ομιλητής στις συζητήσεις μεταξύ των συνομηλίκων του. Ανάμεσα στα μουσικά του ακούσματα περιλαμβάνονταν ήχοι της heavy metal μουσικής, οι οποίοι φαίνεται να του ενεργοποίησαν σύμφωνα με τους ειδικούς το
ενδιαφέρον για βιβλία αποκρυφιστικού περιεχομένου.
Οι γονείς του τον χαρακτήρισαν στις καταθέσεις ως ήσυχο παιδί, το οποίο έμενε αρκετά συχνά μέσα για να διαβάσει και δεν ξόδευε σχεδόν ποτέ του χρήματα.
Ωστόσο όπως οι ίδιοι επισημαίνουν, από τα 18 του χρόνια ο χαρακτήρας του άρχισε να αλλάζει και αναλωνόταν συχνά σε ακραίες συμπεριφορές, γεγονός που οι γονείς του απέδωσαν σε εφηβικές ανησυχίες.
Σιγά-σιγά ο Κατσούλας και κυρίως μετά το 1990 άρχισε να χάνει την επαφή με την οικογένειά του, ώσπου αποξενώθηκε ολοκληρωτικά και οι πράξεις του παρέμεναν σε αυτούς άγνωστες έως και τη σύλληψή του το 1993.
Θεωρείται ο «εγκέφαλος» της τριάδος των σατανιστών, με τους συγκατηγορούμενούς του να τον σκιαγραφούν σαν μια αυταρχική προσωπικότητα που μπορούσε να παίρνει αυτό που θέλει και να ελέγχει τη βούλησή τους.Ο Εμμανουήλ Δημητροκάλης με τη σειρά του εκπροσωπούσε τέλεια το προφίλ του ιδανικού εφήβου. Χαρακτηρίστηκε από συμμαθητές και φίλους σαν ένα χαμηλών τόνων παιδί. Πολύ καλός μαθητής, συνεσταλμένος και ευγενικός άνθρωπος. Προέρχεται από αστική οικογένεια, γεννημένος στις 9/4/74 στην Αθήνα. Κάτοικος Παλλήνης, χωρίς να γνωρίζει τον Κατσούλα πριν ο ίδιος μυηθεί στο σατανισμό. Επιβεβαιωμένες πληροφορίες θέλουν
τον Δημητροκάλη να διατηρούσε σχέση δύο χρόνων με τη Δήμητρα Μαργέτη, πριν αυτή τον εγκαταλείψει για χάρη του Κατσούλα.
Η Δήμητρα Μαργέτη καταγόταν από μεσοαστική οικογένεια, ενώ διέμενε και αυτή στην Παλλήνη. Διέθετε χαμηλό επίπεδο μόρφωσης, ενώ παρά το νεάρο της ηλικίας της, ήταν αρκετά περιζήτητη μεταξύ των συνομιλήκων της, ελέω της εξωτερικής της εμφάνισης. Γεννημένη το 1977 γνωριζόταν από πολύ μικρή ηλικία με τον Κατσούλα.Προκαταρκτική εξέταση-Προδικασία Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 1994, οι τρείς νεαροί σατανιστές μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης και αφού ασκήθηκε εναντίον τους ποινική δίωξη απο τον εισαγγελέα πλημελλιοδικών οδηγήθηκαν στον 19ο τακτικό ανακριτή Ευθύμιο Καταλιακό για την απολογία τους.
Ο Α.Κατσούλας στην εξάωρη απολογία του, προσπάθησε να διαψεύσει τις μαρτυρίες των συγκατηγορουμένων του που τον υποδείκνυαν ως «εγκέφαλο» της συμμορίας, υποστηρίζοντας πως ο ίδιος εκτελούσε απλά εντολές. Εδωσε στον ανακριτή τα ονόματα 5 επιπλέον ανθρώπων διευρύνοντας έτσι το κύκλωμα των σατανιστών.
Ο Ε.Δημητροκάλης με τη σειρά του υποστήριξε ενώπιον του ανακριτή ότι υπήρξε θύμα του Α.Κατσούλα, ο οποίος τον πίεσε ψυχολογικά. Ομολόγησε την ενοχή του για το πρώτο έγκλημα, αυτό της 14χρονης Θ.Συροπούλου και μιλώντας στους δημοσιογράφους δήλωσε μετανιωμένος για τις πράξεις του.
Η 18χρονη Δ.Μαργέτη που κατά το συνήγορό της Α.Κούγια υπήρξε το τρίτο μεγάλο θύμα, πέρα από τις δύο δολοφονημένες γυναίκες, υποστήριξε και αυτή πως είχε πέσει θύμα ψυχολογικού εξαναγκασμού του Α.Κατσούλα. Οι τρεις τους κρίθηκαν προφυλακιστέοι ύστερα από ομόφωνη απόφαση ανακριτή και εισαγγελέα, ως άτομα ιδιαίτερα επικίνδυνα για τη δημόσια ασφάλεια, για την πρόληψη τέλεσης αδικημάτων από μέρους τους και ως ύποπτοι φυγής. Παράλληλα
ποινική δίωξη ασκήθηκε και στους Χ.Ζαβράς, Μ.Αναγνώστου, Β.Αγγελοπούλου, Μ.Ριγάκη και Α.Ριγάκη.
Οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν ενώπιον του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας, ύστερα από παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελιοδικών στις 8 Ιουνίου 1995.

Αναπαράσταση...
Στις 28 Ιανουαρίου έγινε η αναπαράσταση των δύο εγκλημάτων. Οι 3 νεαροί παραβρέθηκαν μαζί με τις διωκτικές αρχές στη Θέση Σέσι στο Κορωπί όπου και αναβίωσαν στιγμή προς στιγμή όλα όσα διαδραματίστηκαν τις βραδιές των δύο στυγερών εγκλημάτων.

Αρχίζει η δίκη των σατανιστών....
Σύσσωμη η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα την έναρξη της δίκης των λεγόμενων «Σατανιστών της Παλλήνης». Σοκ προκαλούν οι ομολογίες και οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες των μακάβριων εγκλημάτων στην ελληνική κοινή γνώμη, η οποία για πρώτη φορά καλείται να αντιμετωπίσει πραγματικά φαινόμενα σατανισμού και παγανιστικές τελετές.
Οι 8 κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν σωρεία κατηγοριών, μεταξύ των οποίων εκείνες της: συμμετοχής, άμεσης συνέργειας, απλής συνέργειας, ανθρωποκτονίας με πρόθεση, αντιποίηση αρχής, παράνομης κακακράτησης, αρπαγής ανηλίκου,καθύβρισης θρησκεύματος, σύστασης συμμορίας, βιασμού, εμπρησμού και υπόθαλψης εγκληματία.

Συνήγοροι....
Συνήγοροι υπεράσπισης ορίζονται από τους κατηγορουμένους οι : Παναγιώτης Ρουμελιώτης και Φώτης Αγγελόπουλος για τον Κατσούλα, Αντώνης Τράκας και Κωνσταντίνος Πλεύρης για τον Δημητροκάλη, ενώ την υπεράσπιση της Μαργέτη ανέλαβε ο ποινικολόγος Αλέξης Κούγιας.
Πρόεδρος του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ορίζεται η δικαστής, Ευπραξία Μπαϊράμογλου

Κεκλυσμένων των θυρών...
Οι δικαστικές αρχές πριν από την έναρξη της δίκης και εξαιτίας της δημοσιοποίησης κατά την ανακριτική διαδικασία των πολύπλοκων καταθέσεων και των απολογιών των κατηγορουμένων στα ΜΜΕ, απαγόρευσαν τη δημοσίευση άλλων στοιχείων. Το δικαστήριο τελικά απαγόρευσε και τη μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση της δίκης, καθώς και την τηλεοπτική ή ραδιφωνική μετάδοσή της.

Συνέχιση δίκης....
Στις 23 Ιουνίου 1995 οι κατηγορούμενοι απολογήθηκαν στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο, περιγράφοντας λεπτομερώς τη ζωή τους μετά την «μύηση» στο σατανισμό, αλλά απέφυγαν να μιλήσουν για τις εγκληματικές τους πράξεις.
Στις 27 Ιουνίου ο εισαγγελέας Μ.Ρασιδάκης, προτείνει την ενοχή και την επιβολή της ανώτατης προβλεπόμενης ποινής για τους Α.Κατσούλα, Ε.Δημητροκάλη, Δ.Μαργέτη, Β.Αγγελοπούλου, Μ.Ριγάκη και Α.Ριγάκη.
Λιγές μέρες αργότερα και συγκεκριμένα την 1η Ιουλίου του 1995, το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο, καταδίκασε τους Α.Κατσούλα σε συνολική ποινή δύο φορές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης 12 ετών και 10 μηνών και τον Ε.Δημητροκάλη σε συνολική ποινή δύο φορές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρης κάθειρξης 9 ετών και 10 μηνών για την κατά συναυτουργία τέλεση δύο ανθρωποκτονιών, καθώς επίσης για αντιποίηση δημόσιας εξουσίας, παράνομη κατακράτηση, αρπαγή ανηλίκου, καθύβριση του θρησκεύματος και σύσταση προς διάπραξη κακουργημάτων.
Επιπρόσθετα, ο Ασημάκης Κατσούλας για βιασμό, ενώ ο συναυτουργός του Ε.Δημητροκάλης για απλή συνέργεια.
Από την άλλη η συγκατηγορούμενή τους Δ.Μαργέτη, καταδικάστηκε σε συνολική ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης 17 ετών και 4 μηνών (αφού της αναγνωρίστηκε η ελαφρυντική περίσταση της μετεφηβικής ηλικίας) όπως επίσης για απλή συνέργεια σε κάθε μία από τις ανθρωποκτονίες και αρπαγή ανηλίκου.
Οι Β.Αγγελοπούλου και Α.Ριγάκη για τα αδικήματα της υπόθαλψης εγκληματία και ψευδορκίας καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 16 μηνών με 3ετή αναστολή.
Από την άλλη για την Μ.Ριγάκη το δικαστήριο αποφάσισε την 7μηνη φυλάκισή της με 3ετή αναστολή για υπόθαλψη εγκληματία.Οι Χ.Ζαβρας και Αγγ.Αναγνώστου απαλλάχθηκαν από όλες τις κατηγορίες.

Δύο χρόνια αργότερα οι τρεις καταδικασθέντες μέσω των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, ζήτησαν την επανεξέταση κατ’ουσίαν της υπόθεσης από ανώτερο όργανο.
Στις 8 Δεκεμβρίου 1997 το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών συνεδρίασε στη δικαστική αίθουσα των φυλακών Κορυδαλλού με τους Α.Κατσούλα, Ε.Δημητροκάλη και Δ.Μαργέτη να αποσκοπούν στη μείωση της ποινής που ορίστηκε από το πρωτοβάθμιο όργανο.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 20 Δεκεμβρίου, ο εισαγγελέας της έδρας, Δ.Μαλακάσης πρότεινε να κριθούν ένοχοι όπως και πρωτοδίκως οι δύο άνδρες για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως χωρίς ελαφρυντικό και η γυναίκα έχοντας το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας για απλή συνέργεια στο φόνο της 14χρονης Θεοδώρας Συροπούλου.
Τελικώς, στις 24 Δεκεμβρίου το Μεικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών αποφάσισε ομόφωνα την ενοχή των κατηγορουμένων επικυρώνοντας τη πρωτόδικη ποινή τους.

Στις 17 Ιανουαρίου το Ε’ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου θα συνεδριάσει υπό την προεδρία του δικαστή Ευάγγελου Κρουσταλάκη για να εξετάσει τις αιτήσεις αναιρέσεως της πρωτοβάθμιας ποινής που είχαν καταθέσει οι Ε.Δημητροκάλης και Α.Κατσούλας.
Οι αιτήσεις θα απορριφθούν από το τμήμα του Αρείου Πάγου, ενώ την ίδια τύχη θα έχει και η αίτηση αναίρεσης που κατέθεσε ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Π.Ζαβολέας, ο οποίος διαφωνόντας κατ’ουσίαν με την απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, που καταδίκασε την Δ.Μαργέτη με τη κατηγορία της απλής συνέργειας σε εγκληματική πράξη, ζήτησε την καταδίκη για άμεση συνέργεια και ηθελημένη συμμετοχή, χωρίς το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας. Η αίτηση του Π.Ζαβολέα απορρίφθηκε στις 30 Ιουνίου του 1998.

Σήμερα....
Από τις 23 Νοεμβρίου 2001 η Δήμητρα Μαργέτη βρίσκεται εκτός φυλακής, αφού το Συμβούλιο Πλημμελιοδικών Πειραιά στο οποίο προσέφυγε ζητώντας επανεξέταση των αιτήσεων για την αποφυλάκισή της, έκανε δεκτή την αίτησή της και διέταξε με όρους την αποφυλάκισή της με τον υπ’αριθμόν 383 βούλευμα.
Οι δικαστές έκριναν ότι επέδειξε καλή διαγωγή κατά την καράτησή της και πως δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο για την κοινωνίαΌσον αφορά τους περιοριστικούς όρους που της επιβλήθηκαν αυτοί ορίζουν πως θα είναι υποχρεωμένη να διαμένει μόνιμα στο πατρικό της στην οδό Διονύσου 10 στην
Παλλήνη, να παρουσιάζεατι την 1η και 16η κάθε μήνα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής της, ενώ της απαγορευτηκε και η έξοδος από τη χώρα.
Ο Ασημάκης Κατσούλας βρίσκεται στις φυλακές Μαλανδρίνου Φωκίδας.
Δεν έδειξε όμως να συμμορφώνεται αφού ακόμα και μετά την βαριά ποινή του, δε δίστασε να απασχολήσει και πάλι τις αρχές.
Μαζί με έναν άλλο συγκρατούμενό του που κατηγορείτο για ανθρωποκτονία, επικοινωνούσαν καθημερινά μέσω τηλεφώνου με δύο αδελφές 11 και 12 χρονών.
Τους έλεγαν ότι είναι αστυνομικοί και ζητούσαν από τα κορίτσια να αγγίξουν απόκρυφα μέρη του σώματος τους, για να μπορέσει όπως έλεγε ο ίδιος να κάνει τηλεφωνική εξέταση DNA.
Τα δύο κορίτσια είπαν στους γονείς τους τι γινόταν και αυτοί με την σειρά τους πήγαν στο Τμήμα Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος. Από την ψηφιακή ανάλυση των τηλεφωνικών κλήσεων διαπιστώθηκε ότι οι τηλεφωνικές κλήσεις γίνονταν από τις φυλακές Μαλανδρίνου και από συγκεκριμένη τηλεκάρτα. Όταν πήγαν στις φυλακές ανακάλυψαν ότι την τηλεκάρτα αυτή χρησιμοποιούσαν ο Κατσούλας μαζί με τον άλλο συγκρατούμενο του. Στην κατοχή βρέθηκαν και άλλοι τηλεφωνικοί αριθμοί.
Επίσης τον Μάρτιο του 2005 σε μια άδειά του από τις φυλακές ο Κατσούλας είχε εμφανιστεί
σε 23χρονη ως αστυνομικός και είχε προσπαθήσει να την βιάσει.
Ο Εμμανούηλ Δημητροκάλης εκτίει την ποινή τους στις φυλακές Κορυδαλλού.Παρά τα 17 περίπου χρόνια που έχουν περάσει από την ημέρα που η ιστορία των "Σατανιστών της Παλλήνης" ήρθε στο
φως, παραμένει η μοναδική επιβεβαιωμένη υπόθεση τέτοιας φύσεως στην Ελλάδα.
Η υπόθεση της Παλλήνης, με τη μακρά δικαστική της πορεία, αποτελεί  ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της τελευταίας εικοσαετίας κυρίως γιατί η φύση των εγκλημάτων που διεπράχθηκαν αλλά και οι ταυτότητες των δραστών, ενεργοποίησαν μια επίκτητη ελληνική παθογένεια.
Αυτή της συλλογικής «σχιζοφρένειας», που επηρέασε βαθύτατα αρχές, εξουσίες, και θεσμούς τα οποία από την πρώτη στιγμή που η υπόθεση δημοσιοποιήθηκε αναλώθηκαν σε σπασμωδικές κινήσεις και ακραίες συμπεριφορές, σπέρνοντας τον πανικό.
Η απουσία της ουσιαστικής πρότασης για την αποφυγή τέτοιων φαινομένων στο μέλλον ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής.

πηγή: http://www.crimestories.gr/index.php/crime-database/item/download/6_08f8b038149a0e0b804e2127766186bb

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

19 Δεκεμβρίου 1915: γεννιέται η διάσημη Γαλλίδα τραγουδίστρια Εντίθ Πιάφ, το "σπουργιτάκι" του γαλλικού τραγουδιού.


H Εντίθ Πιάφ . Το πραγματικό της όνομα ήταν Εντίθ Τζοβάνα Γκασιόν (Édith Giovanna Gassion) και ήταν Γαλλίδα τραγουδίστρια, ίσως η πιο σημαντική παρουσία στη γαλλική σκηνή των βαριετέ. Τραγούδια όπως το La vie en rose (1946) και το Non, je ne regrette rien (1960), εκτόξευσαν τη φήμη της και την κατέστησαν την πιο δημοφιλή τραγουδίστρια της Γαλλίας.

Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 1915, κάτω από μια λάμπα γκαζιού. Ο πατέρας της, Λουί Αλφόνς Γκασσιόν, ήταν ακροβάτης του δρόμου και η μητέρα της, Ανιτά Μεγιάρ (Anita Maillard), ήταν λυρική τραγουδίστρια, γνωστή με το ψευδώνυμο Line Marsa. Λίγες εβδομάδες μετά τη γέννησή της την εγκατέλειψε και η μικρή Εντίθ περνάει τα πρώτα της χρόνια πρώτα κοντά στη μητρική της γιαγιά. Το 1917 ο πατέρας της, που εργαζόταν ως ακροβάτης στο τσίρκο Ciotti, την πήγε στη δική του μητέρα, η οποία ζούσε στο Μπερνέ (Bernay) της (Νορμανδίας) και ήταν ιδιοκτήτρια ενός οίκου ανοχής. Το 1919 η Εντίθ αρρωσταίνει από κάποια πάθηση στον εγκέφαλο και τυφλώνεται. Μετά από δύο χρόνια όμως θεραπεύεται χωρίς τη βοήθεια γιατρού και η όρασή της επανέρχεται. Ήταν εφτά χρονών, όταν ο πατέρας της άρχισε να την παίρνει μαζί του στις περιοδείες που έκανε με το τσίρκο και γυρνά μαζί του όλη τη Γαλλία. Στα δέκα της η Εντίθ άρχισε να τραγουδάει στους δρόμους. Αν και ο πατέρας της ήθελε να την κάνει ακροβάτη, γρήγορα κατάλαβε πως η κόρη του είχε "όλο το ταλέντο στο λαιμό και καθόλου στο κορμί" – όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος.

Η καριέρα 
Στα 15, έχοντας ανακαλύψει τη θαυμάσια φωνή της, εγκατέλειψε τον πατέρα της για να ζήσει στο Παρίσι, τραγουδώντας στους δρόμους. Στα 17, συναντά τον Λουί Νυυπόν (Louis Dupont), ζουν μαζί και σε ένα χρόνο, στις 11/2/1933, κάνουν ένα κοριτσάκι, τη Μαρσέλ, που όμως μετά από δύο χρόνια πεθαίνει από μηνιγγίτιδα. Εκείνη συνεχίζει να τραγουδά στους δρόμους της Πιγκάλ, όπου και γνωρίζει τον Λουί Λεπλέ (Louis Leplée), διευθυντή του πιο κομψού παρισινού καμπαρέ στα Ηλύσια Πεδία. Μαγεμένος από τη φωνή της υπογράφει συμβόλαιο μαζί της και τη βαφτίζει «Môme Piaf» (μικρό σπουργίτι). Το 1935 της βγάζει και τον πρώτο της δίσκο. Λίγο αργότερα όμως ο μέντοράς της Λεπλέ δολοφονείται και η ίδια κατηγορείται πως γνωρίζει τον δολοφόνο αλλά δεν τον καταδίδει. Αν και αθωώθηκε με τη βοήθεια ενός νέου συντρόφου, του τραγουδοποιού Ρεμόν Ασό (Raymond Asso), που είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της, φεύγει για να ζήσει στην επαρχία αλλά επιστρέφει στο Παρίσι το 1937.
Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου πολέμου και τη γερμανική κατοχή, δίνει συναυλίες για αιχμάλωτους πολέμου. Εισάγει πλαστές άδειες εργασίας στα κέντρα κράτησης αιχμαλώτων και βοηθάει πολλούς Γάλλους φαντάρους να δραπετεύσουν. Γύρω στα 23 της είναι πια μια μεγάλη προσωπικότητα και γυρνάει την πρώτη της ταινία που θριαμβεύει. Από τότε συνεχίζει μια πετυχημένη καριέρα και κάνει μια έντονη ζωή, δίπλα σε αρκετούς συντρόφους. Στα 30 της ερωτεύεται τον Υβ Μοντάν και αναλαμβάνει να στήσει την καριέρα του. Στα τέλη του 1945, γράφει μόνη της την τεράστια επιτυχία της La vie en rose, που στην αρχή περνά αδιάφορη. Καθ’ όλη την καριέρα της γράφει περίπου 80 τραγούδια.

Το αλκοόλ 
Γνωρίζει μεγάλες δόξες και στη Νέα Υόρκη, όπου ερωτεύεται τον βασιλιά του μποξ, Μερσέλ Σερντάν και ζουν ένα από τα πιο φημισμένα ρομάντζα της εποχής. Ο ξαφνικός θάνατος του Σερντάν σε αεροπορικό δυστύχημα, το 1949, βυθίζει την Πιάφ σε κατάθλιψη, που ποτέ δεν ξεπερνά πραγματικά. Το 1951 έχει δύο σοβαρά τροχαία, ενώ μετά το δεύτερο οι γιατροί της δίνουν για καιρό μορφίνη, στην οποία εθίζεται. Η Πιάφ την ανακατεύει μαζί με αλκοόλ, χειροτερεύοντας έτσι την ήδη κακή κατάσταση της υγείας της.
Το 1952, παντρεμένη με τον τραγουδιστή Ζακ Πιλ, στην πεντηκοστή τουρνέ της στην Αμερική, σε κάποια ρεσιτάλ της συνοδεύεται στο πιάνο από τον νεαρό τότε Ζιλμπέρ Μπεκό. Εκείνη την εποχή ακολουθεί πολλές θεραπείες αποτοξίνωσης, μα οι ουσίες την έχουν καταβάλει. Παρ’ αυτά κάνει εξαιρετικές ηχογραφήσεις.
Τα επόμενα 2 χρόνια μένει κλεισμένη σπίτι της σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, μα το 1955, μόλις μαθαίνει πως θα τραγουδήσει στο θέατρο Ολυμπιά, με αφάνταστη ενέργεια δίνει μια αψεγάδιαστη παράσταση. Χωρίζουν με τον Πιλ το 1956. Με μεγάλο ζήλο κάνει άλλη μια περιοδεία στην Αμερική και είναι πια μια διεθνής σταρ. Το 1958 ζει μια ακόμα έντονη σχέση δίπλα στον νεότερο τραγουδιστή και συνθέτη Ζορζ Μουστακί, ο οποίος το 1959 συνθέτει γι αυτήν το τραγούδι Milord που κυκλοφόρησε το 1960 και λίγο αργότερα γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Άλλο ένα σοβαρό τροχαίο αποδυναμώνει περισσότερο την Πιάφ. Μετά από λίγους μήνες καταρρέει κατά τη διάρκεια κονσέρτου της σε κατάμεστη αίθουσα της Νέας Υόρκης.

Η ασθένεια 
Σ' ένα κονσέρτο στη Στοκχόλμη, στα τέλη της δεκαετίας του '50, καταρρέει επάνω στην πίστα και η διάγνωση των γιατρών είναι ανίατος καρκίνος. Η Πιάφ δεν πτοείται και συνεχίζει να εμφανίζεται κάνοντας περιοδείες όπως και πριν, συνοδευόμενη όμως από μια νοσοκόμα που της χορηγεί μορφίνη για τους πόνους.
Το 1960, τραγουδά με επιτυχία το «Non, Je Ne Regrette Rien» (Όχι, δεν μετανιώνω για τίποτα) του Σαρλ Ντυμόν και συνεχίζει να θριαμβεύει τραγουδώντας, παρότι συχνά τρεκλίζει και παραπατά στη σκηνή. Το καλοκαίρι του 1961, γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερό της, τελευταίο της έρωτα, τον Έλληνα Θεοφάνη Λαμπουκά, που τον βαπτίζει "Τεό Σαγαπό" και τον παντρεύεται τον Οκτώβριο του 1962 (στα 46 της εκείνη και 26 εκείνος). Εκείνο το καλοκαίρι παίρνει επίσης το πρώτο βραβείο της Ακαδημίας Charles Cros για το σύνολο της καριέρας της.

Ο θάνατος
Η Εντίθ Πιάφ σβήνει την ίδια μέρα με τον φίλο της, Ζαν Κοκτώ, στις 11 Οκτωβρίου του 1963, μόλις στα 48 της χρόνια στο Plascassier, κοντά στο Grasse από κίρρωση. Ο σύζυγός της μεταφέρει την ίδια μέρα του θανάτου της τη σορό της στη «δική της πόλη», το Παρίσι. Ο τάφος της βρίσκεται στο παρισινό κοιμητήριο Περ Λασέζ.
Η Πιάφ έφυγε φτωχή αφήνοντας στον τελευταίο σύζυγό της πολλά χρέη και μια τεράστια ιστορία. Μαζί με την καριέρα της ως τραγουδίστρια (ηχογράφησε πάνω από 200 τραγούδια) βοηθούσε και στην προώθηση νεαρών ταλέντων στη μουσική σκηνή της εποχής εκείνης. Είχε μεταξύ άλλων μεγάλη συμμετοχή στην προώθηση καλλιτεχνών, όπως Σαρλ Αζναβούρ, Ζιλμπέρ Μπεκό, Έντι Κονσταντέν, Υβ Μοντάν, Ζορζ Μουστακί, Ζακ Πιλ κλπ.

Για την Πιάφ
Πολλοί καλλιτέχνες επανεκτελούν τραγούδια της και επισκέπτονται το γλυπτό που στήθηκε προς τιμήν της στο Παρίσι, πάνω στην πλατεία που φέρει το όνομά της, λίγα μέτρα από το νοσοκομείο Τενό (Tenon), όπου γεννήθηκε. Στο Παρίσι υπάρχει επίσης ένα μουσείο με το όνομά της (Musée Edith Piaf), στο οποίο μπορεί κανείς να δει διάφορα προσωπικά αντικείμενα της καλλιτέχνιδας, όπως ένα από τα φορέματά της και την συλλογή από πορσελάνες της.
Το 2006 ο Ολιβιέ Νταάν (Olivier Dahan) γυρίζει τη ζωή της Γαλλίδας τραγουδίστριας σε ταινία με τίτλο "La Môme" (το νεαρό κορίτσι). Στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο «Ζωή σαν Τριαντάφυλλο». Στον πρωταγωνιστικό ρόλο της ταινίας, που εμφανίστηκε και στο Φεστιβάλ κινηματογράφου στο Βερολίνο, παίζει η Γαλλίδα ηθοποιός Μαριόν Κοτιγιάρ, ρόλο για τον οποίο κέρδισε το 2008 το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου.
Η ζωή της Εντίθ Πιάφ αποτέλεσε όμως περιεχόμενο και στις ταινίες του σκηνοθέτη Κλωντ Λελούς, με τίτλο "Η Εντίθ και ο Μαρσέλ" το 1983 (πρωταγωνιστεί η Evelyne Bouix) και "Guy Casaril" (με την Brigitte Ariel).
47 χρόνια μετά το θάνατό της ο Αλέν Ντελόν, ο οποίος την γνώριζε προσωπικά, συνέγραψε και ανέβασε μια μουσική παράσταση με τίτλο "Edith Piaf, Une Vie en Rose et Noir" (Εντίθ Πιαφ, μια ζωή σε ροζ και μαύρο), η οποία στη παγκόσμια περιοδεία της ήρθε και στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη το 2010 και 2011 αντίστοιχα

Μεγαλύτερες επιτυχίες
1945 - La vie en rose
1945 - Les Trois Cloches
1949 - Hymne à l'amour
1951 - Padam... Padam...
1954 - Sous le ciel de Paris
1956 - Non, je ne regrette rien
1956- Heaven Have Mercy
1956 - Les amants d'un jour
1957 - La foule
1959 - Milord

Heaven Have Mercy
"Heaven Have Mercy" είναι ένα τραγούδι σε στίχους Rick French και μουσική M. Philippe Gérard. Το τραγούδι εκτελέστηκε από την Εντίθ Πιαφ το 1960 και ανήκει στην δισκογραφία της στην αγγλική γλώσσα.
Το "Heaven Have Mercy" μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα θρήνος για μια χαμένη αγάπη. Η τραγουδίστρια εξιστορείται ένα έρωτα με άδοξο τέλος. Το τραγούδι αρχίζει με μια πολύ λυπητερή μελωδία (σαν μια κηδεία) την οποία ο ακροατής αισθάνεται αμέσως με το δικό του τρόπο. Η ένταση της φωνής και η μουσική δημιουργεί την κατάλληλη ατμοσφαίρα.
Το τραγούδι μπορεί να χωριστεί σε 3 κομμάτια. Το πρώτο κομμάτι επιμαρτυρά όλη την πικρία και την απώλεια την οποία βιώνει η τραγουδίστρια. Το ρεφρέν, το οποίο αποτελεί το δεύτερο μέρος, αποτυπώνει μια κραυγή η οποία επαναλαμβάνει το τίτλο του τραγουδιού. Το τρίτο μέρος αλλάζει υφολογικά και η τραγουδίστρια θυμάται τις καλές στιγμές που είχε με τον αγαπημένο της (έχει πεθάνει στον πόλεμο). Έπειτα, η μουσική έχει το ύφος με το πρώτο μέρος και η Piaf αρχίζει να διηγείται όλα τα όνειρα τα οποία είχε κάνει με τον αγαπημένο της όπως να κάνουν ένα αγόρι με δικά του μάτια και δικιά της μύτη. Το τραγούδι τελειώνει με το ίδιο ρεφρέν ενώ η τραγουδίστρια σκέφτεται να πεθάνει

Βιβλία που γράφτηκαν για την ζωή της Εντίθ Πιάφ
Συγγραφέας Marc Bonel: Edith Piaf. Le temps d'une vie, Fallois, Παρίσι 1993.
Συγγραφέας Matthias Henke: Edith Piaf. "Εθισμένη για επιθυμία!", Μόναχο 1998.
Συγγραφέας Monique Lang: Edith Piaf.Η ζωή της Piaf σε στίχους και εικόνες, Φρανκφούρτη 2004.
Συγγραφέας André Larue: Edith Piaf. L'amour toujours, Lafon, Παρίσι 1993.

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

18 Δεκεμβρίου: Παγκόσμια Ημέρα Μετανάστη


Ύστερα από σχετική απόφαση των Ηνωμένων Εθνών, η 18η Δεκεμβρίου έχει ανακηρυχθεί ως Παγκόσμια ημέρα του μετανάστη, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η εκστρατεία του ΟΗΕ για την προστασία του παγκόσμιου μετανάστη. Η καθιέρωσή της έχει ως στόχο να υπενθυμίζει στην ανθρωπότητα τα εκατομμύρια ανθρώπων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους προς αναζήτηση ενός καλύτερου και πιο ασφαλούς μέλλοντος.

Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε το 1990 από τη γενική συνέλευση του ΟΗΕ η «Διεθνής Συνθήκη για την Προστασία των Δικαιωμάτων όλων των Μεταναστών Εργατών και των μελών των Οικογενειών τους».

Σήμερα, περισσότεροι από 200 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε χώρα άλλη από αυτή που γεννήθηκαν, ενώ όλες οι προβλέψεις συμφωνούν ότι οι μεταναστευτικές ροές ολοένα και θα αυξάνονται.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

16 Δεκεμβρίου 1974: πεθαίνει, σε ηλικία 90 ετών, ο ποιητής και πεζογράφος Κώστας Βάρναλης.


‎ O Κώστας Βάρναλης (Πύργος Βουλγαρίας 1884- Αθήνα 1974) ήταν Έλληνας λογοτέχνης. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. Τιμήθηκε το 1959 με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν.

Βιογραφία 
Γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884, όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το επίθετό του, αν όχι καλλιτεχνικό δηλώνει καταγωγή από τη Βάρνα όπου έμεναν πολλοί Έλληνες. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Παναγιώτης Βάρναλιεβ πολέμησε στους αγώνες εθνικής ενοποίησης της Βουλγαρίας το 1912-1913 και 1915-1918 όπου τραυματίστηκε, ύστερα μετοίκησε από τον Πύργο στη Σωζούπολη όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή του ως βούλγαρος. Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και συνέχισε την εκπαίδευσή του στα Ζαρίφεια διδασκαλεία της Φιλιππούπολης και έπειτα με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αγχιάλου ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία όπου και πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού Ηγησώ, το οποίο κυκλοφόρησε δέκα τεύχη. Το 1908 πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο Αθηνών και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση στην αρχή στο ελληνικό διδασκαλείο του Πύργου (Μπουργκάς) σε ηλικία δεκαοχτώ ετών και στη συνέχεια στην Ελλάδα (στην Αμαλιάδα) και μεταξύ άλλων στην Ανωτάτη Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Διετέλεσε για πολλά χρόνια καθηγητής μέσης εκπαίδευσης ενώ εργάστηκε για βιοποριστικούς λόγους και ως δημοσιογράφος. Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση και ως το 1916 ολοκλήρωσε τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, τον Αίαντα του Σοφοκλή, τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα και τον Πειρασμό του Αγίου Αντωνίου του Φλωμπέρ. Μετά το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο, στον οποίο πήρε μέρος, φοίτησε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Γληνού.

Καλλιτεχνική αναγνώριση & πολιτική δράση 
Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Καρπός αυτής της στροφής στάθηκε το ποίημα Προσκυνητής. Το καλοκαίρι του 1921 έγραψε στην Αίγινα Το Φως που καίει, που εξέδωσε ένα χρόνο αργότερα στην Αλεξάνδρεια με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας. Το 1922 δημοσίευσε επίσης τους Μοιραίους στο περιοδικό Νεολαία και τη Λευτεριά στο περιοδικό Μούσα. Το 1924 δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στην Παιδαγωγική Ακαδημία υπό τη διεύθυνση του Γληνού. Το 1926 παύτηκε από τη θέση του ως καθηγητή της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, με αφορμή ένα δημοσίευμα της Εστίας που δημοσίευσε ένα απόσπασμα από Το φως που καίει. Ο Βάρναλης στράφηκε στη δημοσιογραφία και έφυγε για τη Γαλλία ως ανταποκριτής της Προόδου. Το 1927 τύπωσε τους Σκλάβους Πολιορκημένους. Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την Αληθινή απολογία του Σωκράτη. Το 1935 πήρε μέρος ως αντιπρόσωπος των Ελλήνων συγγραφέων στο Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων στη Μόσχα και μετά εξορίστηκε στη Μυτιλήνη και τον Άγιο Ευστράτιο. Στην Κατοχή έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ως μέλος του ΕΑΜ. Tο 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών και το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Είχαν προηγηθεί μεταξύ άλλων εκδόσεις των έργων του Ζωντανοί άνθρωποι, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης, Ποιητικά, Διχτάτορες, Αισθητικά- Κριτικά (δύο τόμοι). Το 1965 εκδόθηκε η τελευταία ποιητική συλλογή του με τίτλο Ελεύθερος κόσμος και το 1972 το θεατρικό έργο Άτταλος ο Γ΄. Υπήρξε συνεργάτης σε πολλά περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες μεταξύ των οποίων και στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1974.

Έργο 
Το έργο του είναι γραμμένο στη δημοτική και έχει καλά επιμελημένη μορφή και πλαστικότητα στην έκφραση. Χαρακτηρίζεται από θερμή λυρική φαντασία και σατιρική διάθεση με ενδιαφέρον για τον σύγχρονο άνθρωπο. Η ποίηση του, ιδιαίτερα, χαρακτηρίζεται από έντονο «διονυσιασμό», παιχνιδιάρικη διάθεση και βαθύ μουσικό αίσθημα που συνδυάζεται άριστα με τη σάτιρα, ενώ θεωρείται ένας από τους κυριότερους αριστερούς εργάτες της γλώσσας στην Ελλάδα. Ο Βάρναλης διατήρησε την ποιητική αλλά και την ανθρώπινη εγρήγορσή του μέχρι τα βαθιά του γεράματα.

http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_kostas_varnalis.html

16 Δεκεμβρίου 1899: ιδρύεται στο Μιλάνο της Ιταλίας η ομάδα της Milan AC


Η Μίλαν (ιταλικά: Associazione Calcio Milan, ψευδώνυμο "οι Ροσονέρι"), είναι ιταλικός ποδοσφαιρικός σύλλογος που εδρεύει στο Μιλάνο της Λομβαρδίας, από τους πιο επιτυχημένους και δημοφιλείς. Η εντός Ιταλίας συγκομιδή της ομάδας περιλαμβάνει δεκαοκτώ πρωταθλήματα, πέντε Κύπελλα και έξι Σούπερ Καπ. Συνολικά, μετρά είκοσι εννέα επίσημους τίτλους στη χώρα της. Εκτός συνόρων, πρόκειται ίσως για τη σπουδαιότερη ιταλική ομάδα. Έχει κερδίσει το Πρωταθλητριών (νυν Τσάμπιονς Λιγκ) επτά φορές, επίτευγμα που μόνον η Ρεάλ Μαδρίτης υπερβαίνει με εννέα κατακτήσεις και το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ πέντε, επίδοση που αποτελεί ρεκόρ. Επίσης, έχει κατακτήσει δύο Κύπελλα Κυπελλούχων Ευρώπης.

Όσον αφορά τις ομάδες με τους περισσότερους αναγνωρισμένους διεθνείς τίτλους, η Μίλαν είναι πρώτη μαζί με τη Μπόκα Τζούνιορς, αφού αμφότερες έχουν από δεκαοκτώ. Οι Ροσονέρι όμως έχουν αναδειχθεί τέσσερις φορές Παγκόσμιοι Πρωταθλητές Συλλόγων (μία ως νικητές του Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων που διοργανώνει η FIFA και τρεις ντε φάκτο, ως τροπαιούχοι του Διηπειρωτικού), έναντι τριών της ομάδας από το Μπουένος Άιρες. Η Μίλαν ανήκει στους ιδρυτές του G-14, ενός πανευρωπαϊκού ομίλου που περιελάμβανε τις κορυφαίες ομάδες της ηπείρου, καθώς και του διάδοχου σχήματος ECA (Σύνδεσμος Ευρωπαϊκών Συλλόγων).

Από την ίδρυση στο χρυσό άστρο 
Η Μίλαν ιδρύθηκε ως σύλλογος φούτμπολ και κρίκετ το 1899 από πρωτοβουλία του Χέρμπερτ Κίλπιν, Βρετανού εκπατρισθέντος από το Νότινγχαμ. Προς τιμήν του η ομάδα έχει κρατήσει την αγγλική γραφή του ονόματος, με ιταλική όμως προφορά (Μίιλαν - τονισμός στην "προπαραλήγουσα"). Η ομάδα κερδίζει το πρώτο της πρωτάθλημα το 1901 και αρχίζει να δημιουργεί μια ισχυρή βάση φιλάθλων. Το 1908 εσωτερικές διαμάχες σε διοικητικό επίπεδο, οδηγούν σε διάσπαση και στην ίδρυση του άλλου μεγάλου συλλόγου με έδρα το Μιλάνο, της Ίντερ. Kατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου και ως το τέλος της δεκαετίας του 1940, η ομάδα εκινείτο στη μετριότητα, χωρίς να κερδίσει κάποιον αξιόλογο τίτλο, είχε δε υποχρεωθεί να αλλάξει το όνομά της σε "Mιλάνο". Στους άξιους αναφοράς παίκτες συγκαταλέγονται οι Άλντο Μπόφι και Ρικάρντο Καραπελέζε.

Με αρχή το πρωτάθλημα του 1951 κι έχοντας ως βάση την περίφημη σουηδική επιθετική τριπλέτα των Γκούναρ Γκρεν, Γκούναρ Νόρνταλ και Νιλς Λίντχολμ (γνωστή ως Γκρε-Νο-Λι), αλλά και τη σιγουριά που της πρόσφερε κάτω από τα γκολπόστ η παρουσία του Λορέντσο Μπουφόν, η ομάδα εισέρχεται σε μακρά περίοδο διακρίσεων. Υπό την καθοδήγηση του εμβληματικού Νερέο Ρόκο, το 1963 στέφεται για πρώτη φορά Πρωταθλήτρια Ευρώπης κόντρα στη μεγάλη Μπενφίκα του Εουσέμπιο που βρισκόταν για τρίτη συνεχόμενη φορά στον τελικό, έχοντας πάρει το τρόπαιο τις δύο προηγούμενες. Εκείνη την περίοδο ξεχωρίζει με την εκτελεστική του δεινότητα ο Χοσέ Αλταφίνι και αρχίζει να αναδεικνύεται ο βιρτουόζος μεσοεπιθετικός Τζιάνι Ριβέρα.
Ακολουθεί το 1969 το δεύτερο Κύπελλο Πρωταθλητριών κόντρα στον Άγιαξ του μικρού σε ηλικία τότε Γιόχαν Κρόιφ, καθώς και το πρώτο Διηπειρωτικό (η εικόνα του από το αντιαθλητικό παιχνίδι των Αργεντινών της Εστουδιάντες αιμόφυρτου αλλά νικητή τελικά Νέστορ Κομπίν, θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στο μυαλό των παλαιότερων τουλάχιστον φίλων της ομάδας). Έχοντας στη σύνθεσή της παίκτες όπως οι Άλντο Μαλντέρα και Βάλτερ Νοβελίνο, η Μίλαν κατακτά το πρωτάθλημα του 1979, ξορκίζοντας την τραυματική ανάμνηση της Φατάλ Βερόνα (1973) όταν και απώλεσε τον τίτλο την τελευταία αγωνιστική και τοποθετεί επιτέλους στη φανέλα της το χρυσό άστρο (σύμβολο συμπλήρωσης δέκα πρωταθλημάτων). Ο Τζιάνι Ριβέρα, ποδοσφαιριστής-σημαία της, αποσύρεται από την ενεργό δράση.

Κάθοδος και αναγέννηση
Έκτοτε η ομάδα ακολουθεί πτωτική πορεία. Το 1980 ξεσπά το σκάνδαλο Τοτονέρο και οι Ροσονέρι τιμωρούνται με υποβιβασμό στη Σέριε Μπι για πρώτη φορά στην ιστορία τους. Η υπόθεση είχε σχέση με πληρωμές παικτών και παραγόντων, προκειμένου να "στηθούν" διάφορα παιχνίδια. Η Μίλαν επέστρεψε αμέσως στην πρώτη κατηγορία, όμως το 1982 ξαναϋποβιβάζεται για αγωνιστικούς αυτή τη φορά λόγους. Το τρωθέν κύρος του συλλόγου αναλαμβάνει να αποκαταστήσει το 1986 (έτος-ορόσημο για την ιστορία του) ο δικηγόρος και μεγαλοεπιχειρηματίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Αγοράζει την ομάδα και αποφασίζει να επενδύσει πολλά χρήματα σε αυτήν. Προσλαμβάνει ως προπονητή τον Αρίγκο Σάκι, μία ιδιαιτέρως χαρισματική ποδοσφαιρική φυσιογνωμία. Επίσης φέρνει στο Μιλάνο τον Μάρκο φαν Μπάστεν, πιθανώς τον καλύτερο επιθετικό στην ιστορία μαζί με τον Βραζιλιάνο Ρονάλντο.
Εκτός από τον ταλαντούχο Ολλανδό, κάτοικοι Σαν Σίρο γίνονται και οι Ρούουντ Γκούλιτ και Φρανκ Ράικαρτ, οι οποίοι μαζί με τους Φράνκο Μπαρέζι, Πάολο Μαλντίνι, Ρομπέρτο Ντοναντόνι και άλλους που συνολικά έμειναν γνωστοί στην αθλητική ιστορία ως «οι αθάνατοι» (Gli Immortali), συγκροτούν μια από τις σπουδαιότερες ομάδες όλων των εποχών, με αποτέλεσμα να ανοίξει ένας νέος κύκλος σπουδαίων αποτελεσμάτων. Η Μίλαν ζει τις πιο ένδοξες στιγμές της, με τη σκυτάλη των επιτυχιών να παραλαμβάνει «η ομάδα των αήττητων» (Gli Invincibili) του Φάμπιο Καπέλο. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2000 θα κατακτήσει επτά ακόμη πρωταθλήματα, τέσσερα Κύπελλα Πρωταθλητριών (Τσάμπιονς Λιγκ), καθώς και άλλους εγχώριους και διεθνείς τίτλους, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων υπό την τεχνική ηγεσία του παλαιού της αστέρα Κάρλο Αντσελότι και με αρχισκόρερ το διεθνή Ουκρανό Αντρέι Σεβτσένκο.
Νέα σύννεφα εμφανίζονται στον ορίζοντα το 2006, όταν η ομάδα φάνηκε αναμειγμένη στο Καλτσιόπολι, ακόμη ένα σκάνδαλο σχετικό με προκαθορισμένου αποτελέσματος αγώνες. Ξεκινά το πρωτάθλημα με -15 βαθμούς και δεν προκρίνεται στο Τσάμπιονς Λιγκ της επόμενης χρονιάς. Ασκεί έφεση, η ποινή μειώνεται σε αφαίρεση μόνο 8 βαθμών κι έτσι της δίνεται η δυνατότητα να συμμετάσχει στο Τσάμπιονς Λιγκ του 2007. Στον τελικό της ευοίωνης γι' αυτήν Αθήνας (στην ίδια πόλη έχει κερδίσει το τρόπαιο και το 1994), χάρις στα γκολ του Φίλιπο Ιντζάγκι και την πολύτιμη συμβολή ποδοσφαιριστών σαν τον Κλάρενς Ζέεντορφ, τον Αντρέα Πίρλο και τον Τζενάρο Γκατούζο, νικά με 2-1 τη Λίβερπουλ του Ράφα Μπενίτεθ και κατακτά το έβδομο ευρωπαϊκό της πρωτάθλημα.

Παρούσα περίοδος
Στις 25 Ιουνίου 2010, οι Ροσονέρι ανακοινώνουν την πρόσληψη του προπονητή Μασιμιλιάνο Αλέγκρι. Ρομπίνιo, Αντόνιο Κασάνο και Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς, στην πρώτη σεζόν υπό τις κατευθύνσεις του τεχνικού από το Λιβόρνο, οδηγούν την ομάδα στην κατάκτηση του 18ου τίτλου στην ιστορία της, θέτοντας έτσι τέρμα στην πενταετή κυριαρχία της συμπολίτισσας και μεγάλης ανταγωνίστριας Ίντερ. Η Μίλαν κερδίζει επίσης στο Πεκίνο το έκτο ιταλικό Σούπερ Καπ με νίκη 2-1 επί των Νερατζούρι, επιβεβαιώνοντας κατά εμφατικό τρόπο την επιστροφή της στην κορυφή του ιταλικού ποδοσφαίρου.Την σαιζόν 2011-12 ο Ιταλός προπονητής πραγματοποίησε σημαντικές αλλαγές στο πόστερ της Μίλαν. Όπως την απόκτηση των Κ.Π.Μποατενγκ, Ελ Σαράβυ, Φιλλίπε Μεξές, Ταγιέ Ταϊβό, Αλμπέρτο Ακουιλάνι και Αντόνιο Νοτσερίνο. Ο Μασιμιλιάνο Αλέγκρι επίσης πραγματοποίησε πώληση του ιστορικού παίκτη Αντρέα Πίρλο, στην Γιουβέντους, και των Μάρεκ Τζανκουλόφσκι, Σωκράτη Παπασταθόπουλου, Μάρκο Μπορριέλο στις καλοκαιρινές μεταγραφές. Ενώ στις χειμερινές μεταγραφές κατάφερε να αποκτηθεί ο Μάξι Λόπεζ.

Χρώματα, σήματα, ύμνος 
Η αυθεντική φανέλα της Μίλαν, ήταν ανέκαθεν κόκκινη και μαύρη. Σύμφωνα με τον εκ των ιδρυτών της Κίλπιν, ο συγκεκριμένος συνδυασμός επιλέχθηκε για να υποδηλώσει την πρόθεση δημιουργίας φόβου στον αντίπαλο. Στην παραπάνω σημειολογία οφείλονται τα παρωνύμια "Ροσονέρι" (Κοκκινόμαυροι) και "Διάβολος" (προφανής η χρωματική αντιστοιχία). Για τους εκτός έδρας αγώνες έχει επιλεγεί το άσπρο. Η "δεύτερη" εμφάνιση θεωρείται τυχερή από πολλούς οπαδούς της ομάδας, καθώς μ' αυτήν σε οκτώ τελικούς έχουν κατακτηθεί έξι κύπελλα πρωταθλητριών και χαθεί μόλις δύο (το 1995 στη Βιέννη από τον Άγιαξ χάρη σε γκολ του Πάτρικ Κλάιφερτ στο 89' και το 2005 στον αλησμόνητο τελικό της Κωνσταντινούπολης όταν η Λίβερπουλ επιβλήθηκε στα πέναλτυ). Απ' την άλλη, σε τρεις τελικούς που χρησιμοποιήθηκαν οι εντός έδρας εμφανίσεις, υπήρξε μόλις μία επιτυχία.
Για αρκετά χρόνια, το σήμα της Μίλαν είχε ως έμπνευση το έμβλημα της πόλης του Μιλάνου (κόκκινος σταυρός σε άσπρο φόντο). Ενίοτε, έχει χρησιμοποιηθεί και μια εικόνα διαβόλου. Bασισμένο στην παράδοση, το τωρινό σήμα της ομάδας είναι ωοειδές με χρυσό άστρο στην κορυφή. Στο μέσο του υπάρχει εφαπτόμενος κύκλος που χωρίζεται κάθετα σε δύο ημικύκλια εκ των οποίων το αριστερό φέρει εναλλάξ κόκκινες και μαύρες κάθετες ρίγες και το δεξιό το έμβλημα του Μιλάνου. Πάνω από αυτόν υπάρχουν τα αρχικά "ACM" (Associazione Calcio Milan) και κάτω η χρονολογία ίδρυσης του συλλόγου (1899).
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη φανέλα της η Μίλαν, εκτός από το άστρο της κατάκτησης δέκα πρωταθλημάτων (για να τοποθετηθεί και δεύτερο θα πρέπει σύμφωνα με τα ισχύοντα στην Ιταλία να συμπληρωθούν είκοσι τίτλοι κ.ο.κ.), όταν αγωνίζεται στο Τσάμπιονς Λιγκ, έχει επιπλέον το "διακριτικό του πολυνίκη" της ανωτέρω διοργάνωσης. Αυτό φέρεται στο αριστερό μανίκι και έχει την εικόνα του αντίστοιχου κυπέλλου, πάνω από το οποίο αναγράφεται ο αριθμός των κατακτήσεων (7). Με βάση τον κανονισμό της ΟΥΕΦΑ, το συγκεκριμένο έμβλημα δικαιούνται να χρησιμοποιούν μόλις πέντε ομάδες, η Ρεάλ Μαδρίτης, η Μίλαν και η Λίβερπουλ επειδή έχουν πέντε κατακτήσεις του τροπαίου και άνω, καθώς επίσης και ο Άγιαξ με την Μπάγερν, λόγω του ότι το έχουν κερδίσει τρεις συνεχόμενες φορές.

Το στάδιο Σαν Σίρο 
Κατασκευασμένο το 1926, το στάδιο της ομάδας είναι χωρητικότητας 80.018 θέσεων. Εκτός από το όνομα Σαν Σίρο, το οποίο οφείλεται στην ομώνυμη συνοικία όπου και βρίσκεται, έχει και το όνομα Τζουζέπε Μεάτσα, προς τιμή του παίκτη που φόρεσε τη φανέλα τόσο της Μίλαν όσο και (περισσότερο) της Ίντερ, παρέχει δε τη δυνατότητα δημιουργίας πολύ καλής ατμόσφαιρας, καθώς οι κερκίδες είναι κοντά στον αγωνιστικό χώρο. Αρνητικό στοιχείο της εγγύτητας αυτής είναι η αυξημένη πιθανότητα πρόκλησης επεισοδίων. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι με τη δημιουργία του το Σαν Σίρο αποτέλεσε έδρα αποκλειστικά για τους Ροσονέρι (οι Νερατζούρι που προγενέστερα χρησιμοποιούσαν το ελιτίστικο Αρένα Τσίβικα στο κέντρο της πόλης, μετακόμισαν στο τωρινό τους σπίτι μεταπολεμικά).
Στις 19 Δεκεμβρίου του 2005 ο αντιπρόεδρος της Μίλαν, Αντριάνο Γκαλιάνι, δήλωσε πως στη Μίλαν σκέφτονται σοβαρά να μετακινηθούν από το Σαν Σίρο. Το νέο γήπεδο θα βασίζεται αρκετά στο γήπεδο της Σάλκε (Φέλτινς Αρένα), ενώ θα προσφέρεται μόνο για ποδόσφαιρο. Επίσης, θα φέρει το όνομα κάποιου χορηγού. Μένει να δούμε αν τελικά κάτι τέτοιο θα υλοποιηθεί ή αν όσα είπε ο Γκαλιάνι αποτελούν μοχλό πίεσης στην πολιτεία του Μιλάνου, η οποία έχει στην ιδιοκτησία της στο Σαν Σίρο, να πουλήσει το στάδιο στη Μίλαν ώστε η ομάδα να προχωρήσει σε ανανέωσή του. Διάφορα έχουν ακουστεί και από τον Μάσιμο Μοράτι για αλλαγή έδρας και από την πλευρά της Ίντερ.
Προπονητήριο για την ομάδα αποτελεί το αθλητικό κέντρο Μιλανέλο, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1963 και βρίσκεται στην περιοχή του Βαρέζε.

Οπαδική βάση 
H οργανωμένη έκφραση των οπαδών του συλλόγου υφίσταται από το 1967, υπό τη μορφή ενός "Δικτύου των Κλαμπ της Μίλαν" (ΑIMC/MCiR).[9] Διακριτή υποκατηγορία αποτελούν οι ultras, οι οποίοι χαρακτηρίζονται μεταξύ άλλων από το νεαρό της ηλικίας τους και την υπέρμετρη αφοσίωσή τους στην ομάδα. Οι σημαντικότεροι πυρήνες ultras της Μίλαν (σε παρένθεση το έτος ίδρυσης) υπήρξαν κατά σειρά σπουδαιότητας οι: Fossa dei Leoni (1968), Brigate Rossonere (1975) και Commandos Tigre (1967). Mετά το 2010, ο κύριος όγκος τους εκπροσωπείται από τη συλλογικότητα Curva Sud Milano.

Εύρος 
Η Μίλαν είναι μία από τις ομάδες με τους περισσότερους οπαδούς. Σύμφωνα με έρευνες που διενήργησε το αξιόπιστο γερμανικό γραφείο δημοσκοπήσεων Sport+Markt, ο κοκκινόμαυρος σύλλογος της Λομβαρδίας καταλαμβάνει τη δεύτερη σε αριθμό φιλάθλων θέση στη χώρα του πίσω από τη Γιουβέντους, είναι ο πρώτος ιταλικός πανευρωπαϊκά και ο τρίτος ευρωπαϊκός μετά τη Ρεάλ Μαδρίτης και τη Μπαρσελόνα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Σχέσεις 
O ποδοσφαιριστής της Μίλαν Μάσσιμο Αμπροζίνι, κατά τους πανηγυρισμούς για την κατάκτηση του Τσάμπιονς Λιγκ 2006 - 2007, κρατώντας σαρκαστικό πανό κατά της πρωταθλήτριας Ιταλίας εκείνης της χρονιάς Ίντερ
Κάθε χρόνο, η Mίλαν αναμετράται με την Ίντερ τουλάχιστον δύο φορές (στα πλαίσια του πρωταθλήματος) στο ντέρμπι του Μιλάνου. Το επιλεγόμενο και ντέρμπι της Μαντονίνα, ξεκίνησε στις 18-10-1908, στα πλαίσια του τελικού του Κόπα Κιάσο (οι Ροσονέρι είχαν κατακτήσει το τρόπαιο με νίκη 2-1 επί των ανταγωνιστών τους) και αποτελεί πιθανότατα τη σπουδαιότερη ποδοσφαιρική κόντρα στην Ιταλία. Η ονομασία του οφείλεται στο άγαλμα της "Παναγίτσας" που βρίσκεται εγκατεστημένο στην κορυφή του καθεδρικού ναού του Μιλάνου (Ντουόμο).
Ως προς τις ταξικές διαφορές, η Μίλαν υποστηρίζεται ιστορικά από τα εργατικά στρώματα της βιομηχανικής περιφέρειας (παρωνύμιο στην τοπική διάλεκτο "casciavit" ήτοι "κατσαβίδια"), ενώ η Ίντερ (παρωνύμιο "bauscia", σε ελεύθερη απόδοση "αλαζόνες") από τη μπουρζουαζία του κέντρου της πόλης. Κατά τον καθηγητή πολιτικής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας και θεωρητικό της άκρας αριστεράς Αντόνιο Νέγκρι, η Μίλαν διέθετε γενικά προοδευτικό κοινό, σε αντίθεση με την Ίντερ της οποίας οι φίλοι διακρίνονταν για τις συντηρητικές τους πεποιθήσεις.
Προϊόντος του χρόνου οι βεβαιότητες κατέρρευσαν. Οι κοινωνικές αλλαγές και οι νέες γενιές που έκαναν την εμφάνιση τους στα ιταλικά γήπεδα, προκάλεσαν σειρά συγχύσεων και παραδοξοτήτων. Επιπλέον, η είσοδος του κεντροδεξιάς ιδεολογίας βαρόνου των ΜΜΕ και πρωθυπουργού της Ιταλίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι στα διοικητικά της Μίλαν, έτυχε υποδοχής μεσσία και "υπέστειλε" τις σημαίες με τον Τσε Γκεβάρα που παραδοσιακά κυμάτιζαν στην "Κούρβα Σουντ", χώρο συνάθροισης στο Σαν Σίρο των φανατικών οπαδών της. Την ίδια στιγμή οι απέναντι της Ίντερ, ελέγχονται από τον κεντροαριστερών θέσεων πετρελαιοβιομήχανο Μάσιμο Μοράτι.
Τα καπνογόνα, οι ιαχές και οι αναρτήσεις σκωπτικών συνθημάτων ("σκηνογραφίες") εκατέρωθεν, είναι σύνηθες φαινόμενο στη διάρκεια του ντέρμπι στο Σαν Σίρο δημιουργώντας εκπληκτική ατμόσφαιρα, χωρίς να λείπουν και οι ακραίες καταστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο επαναληπτικός προημιτελικός του Τσάμπιονς Λιγκ μεταξύ της Μίλαν και της Ίντερ την περίοδο 2004-05, όταν ο τερματοφύλακας της πρώτης Ντίντα τραυματίστηκε από ρίψη καπνογόνου οπαδού της δεύτερης, με αποτέλεσμα τη διακοπή του αγώνα και την κατακύρωσή του υπέρ των Ροσονέρι.

Μεγάλη αντιπαλότητα, παρά το γεγονός ότι παλαιότερα υπήρχε αδελφοποίηση μεταξύ τους, διατηρείται επίσης μεταξύ της Μίλαν και της Τζένοα, εξαιτίας μιας συμπλοκής μεταξύ των οπαδών των δύο ομάδων το 1995 που κατέληξε στο θάνατο ενός από αυτούς. Εχθρότητα σε επίπεδο φανατικών φιλάθλων υπάρχει και με τις Γιουβέντους, Βερόνα, Ρόμα, Λάτσιο, Νάπολι, Αταλάντα, Σαμπντόρια, Κάλιαρι. Στον αντίποδα, οι Ροσονέρι έχουν αναπτύξει φιλία με τις Μπολόνια (δεν ισχύει πλέον), Μπρέσια, Ρετζίνα και από το εξωτερικό με τη Σεβίγια.

Pεκόρ
Ο Πάολο Μαλντίνι είναι ο ρέκορντμαν συμμετοχών τόσο με τη Μίλαν, όσο και γενικά στο ιταλικό πρωτάθλημα. Αγωνίστηκε συνολικά 902 φορές, ενώ στο πρωτάθλημα έχει 645 συμμετοχές. Έχοντας αναδειχθεί πέντε αγωνιστικές περιόδους πρώτος σκόρερ στη Σέριε Α, ο Σουηδός Γκούναρ Νόρνταλ κατέχει το ρεκόρ στη σχετική λίστα. Με 221 τέρματα σε 268 αγώνες είναι επίσης ο αρχισκόρερ στην ιστορία της ομάδας και δεύτερος στη μεγάλη κατηγορία πίσω από τον Σίλβιο Πιόλα.
Ο Σεμπαστιάνο Ρόσι είναι ο τερματοφύλακας που παίζοντας με τη φανέλα της Μίλαν, διατήρησε την εστία του απαραβίαστη για το μεγαλύτερο διάστημα στην ιστορία της Σέριε Α (περίοδος 1993-94, 929 λεπτά). Σε παίκτη των Ροσονέρι ανήκει η τιμή της επίτευξης του πρώτου γκολ στην ιστορία της Εθνικής Ιταλίας (Πιέτρο Λάνα, 15-5-1910). Τέλος ο Τζιάνι Ριβέρα, ποδοσφαιριστής της Μίλαν ων, ήταν ο πρώτος Ιταλός που βραβεύτηκε με τη Χρυσή Μπάλα από το έγκριτο γαλλικό περιοδικό France Football (1969).

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η Μίλαν κατέχει με τη Μπόκα Τζούνιορς το ρεκόρ των περισσότερων επίσημα αναγνωρισμένων διεθνών τίτλων (18). Επίσης είναι πρώτη στα Παγκόσμια Κύπελλα Συλλόγων (4), στα Σούπερ Καπ Ευρώπης (5) και στα Σούπερ Καπ Ιταλίας (6). Ένα σημαντικό ρεκόρ για την ομάδα, είναι το πλασάρισμα για δύο (συνεχόμενες) χρονιές δικών της παικτών και στις τρεις βραβευόμενες θέσεις του θεσμού της Χρυσής Μπάλας (το 1988 ήταν οι Μάρκο φαν Μπάστεν, Ρούουντ Γκούλιτ και Φρανκ Ράικαρτ, ενώ το 1989 οι Μάρκο φαν Μπάστεν, Φρανκ Ράικαρτ και Φράνκο Μπαρέζι).
Η μοναδική σεζόν κατά την οποία μια ιταλική ομάδα κατάφερε να κατακτήσει τον τίτλο παραμένοντας αήττητη καθόλη τη διάρκειά της, ήταν το 1991-92 κι αυτό το πέτυχε η Μίλαν. Το σερί ξεκίνησε από ισοπαλία 0-0 εκτός έδρας με την Πάρμα, ενώ τελείωσε στο ίδιο γήπεδο με την ίδια ομάδα, όπου οι Ροσονέρι ηττήθηκαν με σκορ 1-0, ύστερα από 58 συνεχή παιχνίδια, επίδοση που αποτελεί εγχώριο ρεκόρ, καθώς και την τρίτη καλύτερη στην ιστορία του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου (η πρώτη θέση ανήκει στη Στεάουα Βουκουρεστίου που έπαιξε 104 συνεχόμενα παιχνίδια χωρίς να ηττηθεί, ενώ στη δεύτερη θέση βρίσκεται η Σέλτικ που δεν ηττήθηκε για 68 συνεχείς αγώνες).
Ο σύλλογος έχει τους περισσότερους πρώτους σκόρερ (16) στην ιστορία της Σέριε Α, κατέχει το ρεκόρ εκτός έδρας νίκης (Τζένοα-Μίλαν 0-8, περίοδος 1954-55), καθώς και το ρεκόρ συγκομιδής πόντων (82), σε πρωτάθλημα δεκαοκτώ ομάδων με τη νίκη να αξιολογείται για τρεις βαθμούς (περίοδος 2003-04). Επιπλέον, ένας αγώνας της Μίλαν με την Αταλάντα καταγράφηκε ως εκείνος στον οποίο σημειώθηκαν τα περισσότερα τέρματα (12) σε όλη τη Σέριε Α (περίοδος 1972-73, συνολικό σκορ 9-3 για τους Ροσονέρι). Τέλος, στις 24-5-1989 σημειώθηκε η μαζικότερη μετακίνηση οπαδών μιας ομάδας ποδοσφαίρου: πάνω από 85.000 φίλοι της Μίλαν ταξιδεύουν στη Βαρκελώνη για να δουν την ομάδα τους να νικά τη Στεάουα Βουκουρεστίου και να κατακτά το Κύπελλο Πρωταθλητριών.


16 Δεκεμβρίου 1803: 22 Σουλιώτισσες χορεύουν το χορό του Ζαλόγγου και πέφτουν στο γκρεμό μαζί με τα παιδιά τους, για να μην παραδοθούν στους Τούρκους.


Ο λεγόμενος Χορός του Ζαλόγγου αποτελεί ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό ιστορικό και λαογραφικό περιστατικό που συνέβη 18 χρόνια πριν την Ελληνική Επανάσταση του 1821, περί το τέλος του Δεκεμβρίου του 1803 , στη κορυφή του όρους Ζάλογγο, εξ ου και η ονομασία του, ο οποίος και κατέληξε «εν χορώ» σε μια ομαδική απελπισμένη βρεφοκτονία και αυτοκτονία ορεσίβιων γυναικών της περιοχής Σουλίου.
Οι φήμες του συγκινητικού αυτού γεγονότος κάλυψαν πολύ γρήγορα όχι μόνο τον τουρκοκρατούμενο ελλαδικό χώρο, αλλά ήταν αυτές που κυριαρχούσαν στις ειδήσεις των Φιλελλήνων στην Ευρώπη κατά την έναρξη της ελληνικής επανάστασης, λαμβάνοντας μάλιστα ιδιαίτερες συγκινησιακές φορτίσεις και διαστάσεις θαυμασμού, εξιδανικεύοντας το.

Ιστορία 
Το γεγονός αυτό ανάγεται στις μάχες που έδωσαν τα εκστρατευτικά σώματα του Αλή Πασά όταν αποφάσισε να καταστείλει τους Σουλιώτες που "λυμαίνονταν" περιοχές του Πασαληκίου των Ιωαννίνων. Κατά τις τελευταίες εκείνες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, τέταρτες κατά σειρά, όταν περικυκλώθηκαν κάποια εναπομείναντα εκεί γυναικόπαιδα των Σουλιωτών, που είχαν καταφύγει στο υφιστάμενο ομώνυμο μοναστήρι, Μονή του Ζαλόγγου, που προκειμένου να μην υποστούν την αιχμαλωσία και άλλους εξευτελισμούς, αποφάσισαν να ριφθούν σε παρακείμενο γκρεμό, (φαράγγι), όπως και έπραξαν χορεύοντας και ρίχνοντας προηγουμένως τα βρέφη που κρατούσαν στην αγκαλιά τους.
Κατά τα ίδια γεγονότα η κόρη του Νώτη Μπότσαρη, ενώ μετέφερε στους ώμους της την τραυματισμένη μητέρα της, βλέποντας ότι κινδύνευαν να συλληφθούν από κάποιον Αλβανό, έριξε τη μητέρα από έναν βράχο στον ποταμό Αχελώο και έπεσε και η ίδια. Σημειώνεται ότι εκείνη την εποχή ο εξευτελισμός των γυναικών εχρησιμοποιείτο από τον Αλή Πασά ως μέσο αντιμετώπισης των Σουλιωτών. Ένας από τους τρόπους εξευτελισμού ήταν και η πώληση των γυναικών ως σκλάβων, σε εποχή που το εμπόριο λευκών σκλάβων μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν νόμιμο και καταργήθηκε με φιρμάνι μόλις το 1830.


Αναφορά Μπαρτόλντυ
Πρώτος που κατέγραψε το γεγονός αυτό, ήταν ο Πρώσος περιηγητής και διπλωμάτης Ιάκωβος Μπαρτόλντυ, που έτυχε την εποχή εκείνη (1803-1804) να βρίσκεται στα Ιωάννινα. Η έστω και πολύ περιληπτική αναφορά του στο γεγονός κρίνεται περισσότερο αντικειμενική, με δεδομένο ότι δεν ήταν και τόσο ευνοϊκός προς τους Έλληνες, ούτε όμως και με τον Αλή Πασά, που όμως δεν τον εμπόδισε να τονίσει τη γενναιότητα των Σουλιωτών, αλλά και την αγριότητα των τμημάτων του Αλή Πασά. Στην αναφορά του εκείνη στο έργο του «Ταξίδιον εις την Ελλάδα 1803 - 1804», (δημοσιεύτηκε στη γερμανική το 1805, και σε γαλλική μετάφραση το 1807), σημειώνει (σε ελεύθερη μετάφραση):
"Καμιά εκατοστή απ΄ αυτούς τους δυστυχισμένους είχαν αποτραβηχτεί βόρεια της Πρέβεζας στο Μοναστήρι του Ζαλόγγου. Τους επιτέθηκαν εκεί θεωρώντας ότι τάχα αυτή η τοποθεσία, πράγματι ισχυρή, θα μπορούσε να τους προσφέρει ένα νέο τόπο μόνιμης διαμονής, όπου και η σφαγή που ακολούθησε υπήρξε φρικτή. Τριάντα εννέα γυναίκες γκρεμίστηκαν από τα βράχια με τα παιδιά τους που μερικά ακόμη βύζαιναν."
Σημειώνεται η αναφορά για "39" γυναίκες που "γκρεμίστηκαν", με τα παιδά τους χωρίς να διασαφηνίζεται αν ήταν αυτοκτονία, ή θηριωδία.
Αναφορά Γ. Ληκ [Επεξεργασία]
Δεύτερος που κατέγραψε το γεγονός, περισσότερο λεπτομερώς, ήταν ο Άγγλος στρατιωτικός, περιηγητής και αρχαιολόγος, Γουλιέλμος Μαρτίνος Ληκ, από πληροφορίες που συνέλεξε το 1805, ως αντιπρόσωπος της Αγγλίας στα Ιωάννινα, τις οποίες συμπεριέλαβε στο σύγγραμμά του "Περιήγηση στη Β. Ελλάδα". Στην αναφορά του αυτή σημειώνει:
"Περίπου 100 οικογένειες είχαν αποτραβηχτεί στο μέρος αυτό από το Σούλι και την Κιάφα, με συνθήκες και ζούσαν στο λόφο ανενόχλητες ώσπου έπεσε το Κούγκι. Τότε επειδή τάχα η περιοχή αυτή ήταν περισσότερη οχυρή ξαφνικά τους επιτέθηκαν με διαταγή του Βεζίρη. Όταν η κατάσταση έγινε απελπιστική ο Κίτσος Μπότσαρης και ένα τμήμα του διέφυγαν. Από τους υπολοίπους, 150 σκλαβώθηκαν και 25 κεφάλια στάλθηκαν στον Αλβανό Μπουλούκμπαση στην Καμαρίνα που διεύθυνε τις επιχειρήσεις, 6 άνδρες και 22 γυναίκες ρίχτηκαν από τα βράχια από το ψηλότερο σημείο του γκρεμνού, προτιμώντας έτσι παρά να πέσουν ζωντανοί στα χέρια των εχθρών τους. Πολλές γυναίκες που είχαν παιδιά τις είδαν να τα ρίχνουν με δύναμη προτού εκείνες κάνουν το μοιραίο πήδημα "
Στη δεύτερη ιστορικά αυτή αναφορά γίνεται σαφής λόγος για αυτοκτονία και βρεφοκτονία, ενώ προστίθενται 6 άνδρες, ο δε αριθμός των γυναικών περιορίζεται στις 22, χωρίς να γίνεται και εδώ μνεία για χορό. Σημειώνεται όμως ότι το σύγγραμμα αυτό δημοσιεύτηκε 33 χρόνια αργότερα, το 1835, επί Βασιλείας του Όθωνα.

Αναφορά Χόλαντ
Tο 1815 ο Χ. Χόλαντ εκδίδει σύγγραμμα με εντυπώσεις του από την Ελλάδα του 1812-13, κάνοντας επιγραμματικά λόγο μόνο για τη βρεφοκτονία στο σχετικό περιστατικό:
«...λέγεται σαν πραγματική ιστορία, πως μια ομάδα Σουλιώτισσες, μαζεύτηκαν σ΄ ένα από τα κοντινά στο Σαράι βάραθρα και έριξαν εκεί τα βρέφη τους για να μη γίνουν σκλάβοι του εχθρού».
Στη τρίτη αυτή αναφορά του περιστατικού, αναφέρεται μόνο η βρεφοκτονία. Με το όνομα Σαράι φέρεται ένα παλαιό πυργόκαστρο που ύπήρχε στη περιοχή, κοντά στη Μονή του Ζαλόγγου.

Αναφορά Χ. Περραιβού
Τον ίδιο όμως χρόνο, το 1815, (έξι χρόνια πριν την επανάσταση του 21), δημοσιεύεται και η πρώτη ελληνική αναφορά στο περιστατικό που περιλαμβάνεται στη δεύτερη έκδοση της "Ιστορίας του Σουλίου και της Πάργας" του Χριστόφορου Περρραιβού που τυπώθηκε στη Βενετία, που αποτελεί και την πρώτη ουσιαστικά ελληνική πηγή του γεγονότος.
Κατ΄ αυτή, όταν τα στρατεύματα του Αλή απέτυχαν και την φορά αυτή να αιχμαλωτίσουν τους Σουλιώτες που όδευαν προς την Πάργα, και παρά τις συνομολογήσεις που είχαν κάνει μαζί τους, αφού ξεκουράστηκαν επί τριήμερο, επιτέθηκαν ξαφνικά στο Ζάλογγο όπου διαβιούσαν όσοι Σουλιώτες είχαν συνθηκολογήσει νωρίτερα με τον Αλή Πασά, αναφέροντας σχετικά…
«τότε εγνώρισαν ο Κουτσιονίκας και ο Κίτσιο Μπότσαρης την συνηθισμένην αντιπληρωμήν όπου δίδει ο Βεζίρης εις τους πιστούς του προδότας, πλην η μετάνοια τότε ήτο ανωφελής. Άρχισαν μ΄ όλον τούτο και αντεμάχοντο μεγαλοψύχως, δεν είχαν όμως τα αναγκαία ν΄ αντισταθούν περισσότερον από δύο ημέρας. Αι γυναίκες δε κατά την δευτέραν ημέραν βλέπουσαι ταύτην τη κτηνώδη περίστασιν, εσυνάχθησαν έως εξήκοντα, επάνω εις έναν πετρώδη κρημνόν. Εκεί εσυμβουλεύθησαν και απεφάσισαν ότι καλύτερα να ριφθούν κάτω από τον κρημνόν διά να αποθάνουν, πάρεξ να παραδοθούν διά σκλάβες εις χείρας των Τούρκων. Όθεν αρπάξαντες με τας ιδίας των χείρας τα άκακα και τρυφερά βρέφη, τα έρριπτον κάτω εις τον κρημνόν. Έπειτα αι μητέρες πιάνοντας η μία με την άλλη τα χέρια τους άρχισαν και εχόρευαν, χορεύουσαι δε επηδούσαν ευχαρίστως μίαν κατόπιν της άλλης από τον κρημνόν. Μερικαί όμως δεν απέθανον, επειδή έπιπτον επάνω εις τα παιδία των και τους συντρόφους, των οποίων τα σώματα ήταν καρφωμένα πάνω εις τες μυτερές πέτρες του κρημνού».
Στην πρώτη αυτή ελληνική καταγραφή του περιστατικού σημειώνεται αφενός ο αριθμός των γυναικών, στο περίπου, "έως 60", και ότι προηγουμένως "εσυμβουλεύθησαν", (με την κυριολεκτική ερμηνεία της λέξης), όπου κατόπιν συμβουλίου αποφάσισαν πλέον συνειδητά τη βρεφοκτονία και τη δική τους στη συνέχεια αυτοκτονία. Και ενώ αναφέρεται εδώ πρώτη φορά ο "χορός", δεν προσδιορίζεται η ημερομηνία. Πάράλληλα γίνεται μνεία περί της προδοσίας που είχε σχετικά σημειωθεί, για την οποία οι προδότες αναγνωρίζουν το σφάλμα τους, πολεμώντας γενναία, πλην όμως αυτό όπως αποδείχθηκε το πλήρωσαν περισσότερο τα γυναικόπαιδα. Στην επόμενη έκδοση του έργου αυτού, το 1857, απαλείφθηκε το περιστατικό της προδοσίας και η λεπτομέρεια του χορού η δε αναφορά στο γεγονός είναι ψυχρή χωρίς συναισθηματικά στοιχεία.

Αναφορά Πουκεβίλ
Το 1820 ο Γάλλος περιηγητής Φραγκίσκος Πουκεβίλ που διέμενε 10 και πλέον χρόνια στην αυλή του Αλή Πασά, εκδίδει τους 3 πρώτους τόμους του έργου του Ταξίδι στην Ελλάδα. Στο 3ο τόμο περιλαμβάνει το επεισόδιο ως ακολούθως (ελεύθερη απόδοση)
«...τις γυναίκες τις γκρέμισαν από τα ύψη των βουνών στις αβύσσους του Αχέροντα, τα παιδιά πουλήθηκαν στα παζάρια.»
Εδώ γίνεται σαφής αναφορά για θηριωδία και όχι για βρεφοκτονία ούτε και για αυτοκτονία. Τον επόμενο όμως χρόνο που εκδίδονται οι άλλοι τόμοι περιλαμβάνεται το γεγονός με περισσότερη λεπτομέρεια:
«Ηρωικό θάρρος εξήντα γυναικών, που κινδύνευαν να παραδοθούν στη σκλαβιά των Τούρκων. Ρίχνουν τα παιδιά τους πάνω στους πολιορκητές σαν να ήταν πέτρες έπειτα, πιάνοντας το τραγούδι του θανάτου και κρατώντας η μιά το χέρι της άλλης, ρίχτηκαν στο βάθος της αβύσσου, όπου τα κομματιασμένα πτώματα των παιδιών τους δεν άφηναν μερικές να συναντήσουν το Χάρο, όπως θα το ήθελαν.»
Στη νεότερη αυτή αναφορά περιλαμβάνεται πλέον ο χορός 60 γυναικών καθώς και η βρεφοκτονία και αυτοκτονία τους, που ταυτίζεται με την αναφορά του Περραιβού, με επιπλέον μια σημείωση ημερομηνίας στο περιθώριο: 22 Δεκεμβρίου 1803 (π. ημερ.).

Αναφορά Κλ. Φωριέλ 
Και ενώ έχει ξεκινήσει η επανάσταση των Ελλήνων, οι φήμες συνεχίζουν να φουντώνουν παράλληλα με τον φιλελληνισμό. Έτσι το 1823 ο Γάλλος ιστορικός ακαδημαϊκός και σπουδαίος φιλέλληνας Κλωντ Φωριέλ συγκεντρώνει τα υπομνήματα των τραγουδιών που θα εκδώσει το επόμενο καλοκαίρι του 1824. Σ΄ αυτά ο Φωριέλ αναφερόμενος στη 2η μέρα εκείνης της μάχης φαίνεται ν΄ ακολουθεί πιστά τον Περραιβό προσθέτοντας πολλές παραστατικές λεπτομέρειες:
«..ήταν ακόμα αβέβαιη, όταν εξήντα γυναίκες, βλέποντας πως στο τέλος θα σκοτώνονταν οι δικοί τους, μαζεύονται σ΄ ένα απότομο ψήλωμα στον γκρεμό, που στη μία πλευρά του ανοιγόταν ένα βάραθρο και στο βάθος του το ρέμα άφριζε ανάμεσα στους μυτερούς βράχους που γέμιζαν τις όχθες και τη κοίτη του. Εκεί αναλογίζονται τι έχουν να κάνουν, για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων, που τους φαντάζονται κιόλας να τις κυνηγούν. Αυτή η απελπισμένη συζήτηση στάθηκε σύντομη, και η απόφαση που ακολούθησε ήταν ομόγνωμη. Οι περισσότερες απ΄ αυτές τις γυναίκες ήταν μητέρες, αρκετά νέες, και είχαν μαζί τα παιδιά τους, άλλες στο βυζί ή στην αγκαλιά, άλλες τα κρατούσαν από το χέρι. Η κάθε μια πήρε το δικό της, το φίλησε για τελευταία φορά και το έριξε ή το έσπρωξε γυρνώντας το κεφάλι στον διπλανό γκρεμό. Όταν δεν είχαν πια παιδιά να γκρεμίσουν, πιάστηκαν από τα χέρια και άρχισαν ένα χορό, γύρω – γύρω, όσο πιο κοντά γινόταν στην άκρη του γκρεμού και η πρώτη απ΄ αυτές, αφού χόρεψε μια βόλτα φτάνει στην άκρη, ρίχνεται και κυλιέται από βράχο σε βράχο ως κάτω στο φοβερό βάραθρο. Ωστόσο ο κύκλος, ή ο χορός συνεχίζει να γυρνάει, και σε κάθε βόλτα μια χορεύτρια αποκόβεται με τον ίδιο τρόπο, ως την εξηκοστή. Λένε πως από κάποιο θαύμα, μία απ΄ αυτές τις γυναίκες δεν σκοτώθηκε πέφτοντας».
Η λεπτομερής αυτή περιγραφή του Χορού του Ζαλόγγου, με τις εξήντα γυναίκες προσέδωσε μια ιδιαίτερη χρονικά αυτοτέλεια με μια παράλληλη πληρότητα αυτοθυσίας, αντί αυτοκτονίας, εξαίρετης συγκίνησης και θαυμασμού με διεθνή πλέον εμβέλεια που και κυριάρχησε σ΄ όλες τις μετέπειτα ιστορικές αναφορές.

Σημείωση 
Διευκρινίζεται ότι το δημοτικό τραγούδι "Έχε γειά καημένε κόσμε" που αναφέρεται στο περιστατικό ως χορός του Ζαλόγγου έχει προσδιοριστεί, όπως σημειώνει ο Αλέξης Πολίτης, ότι είναι δημιούργημα του 1908.

Παρόμοια Περιστατικά 
Στην Νάουσα Ημαθίας το 1822 κατά την πολιορκία και την καταστροφή της πόλης από τους Τούρκους, αρκετές Ναουσαίες με τα παιδιά και τα μωρά τους, παίρνοντας ίσως δύναμη και από τις Σουλιώτισσες, πήδηξαν όλες μαζί, μια μια στα αφρισμένα νερά του ποταμού Αράπιτσα, από τον γκρεμό, βρίσκοντας ηρωικό θάνατο για να γλιτώσουν από την σκλαβιά και την ατίμωση.
Κατά τις επιχειρήσεις του Ελληνοτουρκικού Πολέμου στην Ήπειρο το 1897, περίπου στην ίδια περιοχή, λίγο έλειψε να επαναληφθούν σκηνές Ζαλόγγου στις 24 Απριλίου (παλ. ημ/γιο). Τότε οι κάτοικοι του χωριού Καμαρίνα είχαν οπλιστεί και κατέλαβαν το παλαιό οχυρό κοντά στο χωριό Ιμάμ Τσαούς ελέγχοντας το δρόμο από Πρέβεζα προς Λούρο. Εναντίον τους εστάλη ισχυρή δύναμη αρχικά 2 λόχων και 30 έφιππων χωροφυλάκων, αργότερα δε από την Πρέβεζα δύο τάγματα και 300 εθελοντές. Οι κάτοικοι της Καμαρίνας, μαζί με γυναίκες και παιδιά, αποσύρθηκαν από το φρούριο και υποχώρησαν αρχικά προς το χωριό τους το οποίο όμως πυρπολήθηκε και πολλοί σκοτώθηκαν. Κατά τη μαρτυρία κατοίκου της Καμαρίνας που διασώθηκε, οι κάτοικοι κατέφυγαν κοντά στη μονή του Ζαλόγγου, περίπου μισής ώρας απόσταση από το χωριό. Εκεί συγκεντρώθηκαν περίπου 130 Καμαρινιώτες, άνδρες και γυναικόπαιδα, μαζί με περίπου 20 εθελοντές από άλλα μέρη, εκ των οποίων 14 Λευκαδίτες. Περικυκλώθηκαν από τις τουρκικές δυνάμεις και από εκατοντάδες ατάκτων Αλβανών που είχαν συγκεντρωθεί με την προοπτική της λείας. Προς στιγμήν από τους Έλληνες μαχητές αποφασίστηκε ένα νέο Ζάλογγο και μάλιστα μια γυναίκα έπεσε από τα βράχια και σκοτώθηκε. Οι Τούρκοι εξεπλάγησαν από το γεγονός και σταμάτησαν το πυρ, και έτσι έγινε δυνατό να διαφύγουν οι περισσότερες γυναίκες με την κάλυψη του σκότους.
Κατά τη απόβαση των Τούρκων στα Ψαρά (1821) και την περίφημη καταστροφή του νησιού, έγινε επίσης αυτο-ανατίναξη ομάδας αμυνομένων, με τη σύμφωνη γνώμη των γυναικών, όταν συνειδητοποίησαν ότι δεν μπορούν πλέον να αντισταθούν και ότι οι Τούρκοι είναι έτοιμοι να προχωρήσουν στην αρπαγή των γυναικών και παιδιών. Επίσης νέες γυναίκες αυτοκτόνησαν πέφτοντας στη θάλασσα για να μη συλληφθούν ζωντανές

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

09 Αυγούστου 1996: Ο 24χρονος δράστης του πενταπλού εγκλήματος της Θάσου, Θεόφιλος Σεχίδης, οδηγείται στη χωματερή της Κεραμωτής, όπου υποδεικνύει τον τόπο, όπου έθαβε τα θύματά του. Θύματα του εγκλήματος είναι ο πατέρας του δράστη, Δημήτρης, 55 χρόνων, η μητέρα του Μαρίκα, 50 χρόνων, η 32χρονη αδελφή του Ερμιόνη, ο 57χρονος θείος του Βασίλης και η 77χρονη γιαγιά του Ερμιόνη Καλαμάρα.


Χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα πλέον αποτρόπαια εγκλήματα που έγιναν στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά. Οι πέντε δολοφονίες συγγενικών του προσώπων, που διέπραξε ο 24χρονος φοιτητής Θεόφιλος Σεχίδης σε διάστημα μικρότερο του ενός 24ώρου στη Θάσο, προκάλεσαν σοκ στην κοινή γνώμη και «άνοιξαν» μια νέα σελίδα στην έρευνα της εγκληματικής συμπεριφοράς στην Ελλάδα. Αναμφισβήτητα, η υπόθεση του Θ. Σεχίδη αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες (από την εγκληματολογική και γενικότερα επιστημονική πλευρά) περιπτώσεις στην εγχώρια και διεθνή ιστορία του εγκλήματος.

Νωρίς το μεσημέρι της Πέμπτης 8 Αυγούστου 1996, μπροστά στην πολυκατοικία της οδού Φιλελλήνων 24, στην Ανάληψη της Θεσσαλονίκης, επικρατούσε ασυνήθιστη κίνηση. Οι περίοικοι, που είχαν συγκεντρωθεί, είδαν μερικούς αστυνομικούς με πολιτικά να μεταφέρουν τον 24χρονο τριτοετή φοιτητή στο Νομικής Σχολής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο της Κομοτηνής Θεόφιλο Σεχίδη στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης. Αφορμή γι αυτή την προσαγωγή είχε σταθεί η καταγγελία που είχε κάνει την 1η Αυγούστου στην Αστυνομική Διεύθυνση Φλώρινας η Ελένη Σεχίδη, γυναίκα του θείου του Θεόφιλου, πως ο άντρας της δεν είχε δώσει σημεία ζωής από τα μέσα Μαΐου. Συγκεκριμένα, η Ελένη Σεχίδη, η οποία με τον 58χρονο άντρα της Βασίλη και τον γιο της, επίσης Θεόφιλο, ζούσαν στο Βέλγιο, δήλωσε ότι στις 9 Μαΐου, ο Βασίλης Σεχίδης είχε φτάσει στην Ελλάδα για να επισκεφτεί τον αδελφό του Δημήτρη στη Θάσο. Αλλά, από τις 19 Μαΐου είχαν χαθεί τα ίχνη του, όπως και τα ίχνη των υπόλοιπων μελών της οικογένειας του άντρα της: του 55χρονου αδελφού του Δημήτρη Σεχίδη, δασκάλου και διευθυντή του δημοτικού σχολείου Ποταμιάς Θάσου, της 48χρονης γυναίκας του Δημήτρη, Μαρίας (οι γονείς του Θεόφιλου), της 27χρονης κόρης τους Έμυς (Ερμιόνης), καθώς και της 75χρονης γιαγιάς τους Ερμιόνης Καλαμάρα. Επανειλημμένως είχε επιχειρήσει να επικοινωνήσει μαζί του, αλλά δεν τον έβρισκε, ενώ στο τηλέφωνο του σπιτιού του Δημήτρη Σεχίδη στον Λιμένα Θάσου, απαντούσε σταθερά ο Θεόφιλος, ο οποίος της έλεγε πως έλειπαν όλοι στο εξωτερικό, ενώ ο θείος του Βασίλης είχε πάει στην Γερμανία ή στο Βέλγιο ή στην Ιταλία. «Οπουδήποτε πήγαινε ο Βασίλης, το ήξερα πρώτα εγώ. Πώς, λοιπόν, έφυγε στην Ιταλία -και για ποιο λόγο- χωρίς να τηλεφωνήσει ούτε μια φορά στο σπίτι του;» θα δηλώσει αργότερα η ίδια.

Αρχικώς, η Ελένη Σεχίδη είχε καταγγείλει την εξαφάνιση στις αστυνομικές αρχές του Βελγίου, αλλά τότε δεν είχαν βρεθεί στοιχεία που να φωτίζουν την υπόθεση. Έτσι, λίγο καιρό μετά, έφτασε με τον γιο της Θεόφιλο στον Τριπόταμο Φλώρινας (απ’ όπου καταγόταν η οικογένεια), προσπαθώντας να εντοπίσουν τα ίχνη τους άντρα της. Όταν αυτό δεν κατέστη δυνατό, κατέφυγε στην αστυνομία και δήλωσε την εξαφάνιση, εκφράζοντας τους φόβους της ότι πιθανόν οι αγνοούμενοι να έχουν πέσει θύματα δολοφονίας. Με την υπόθεση ασχολήθηκαν το Αστυνομικό Τμήμα Θάσου, η Ασφάλεια Καβάλας και η Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα συμμετείχαν οι βελγικές αρχές και το γερμανικό τμήμα της Ιντερπόλ. Στο μεταξύ, δέχτηκε την επίσκεψη του Θεόφιλου στον Τριπόταμο (στις 3 Αυγούστου), ο οποίος ζητούσε επιμόνως πληροφορίες για την τύχη του θείου του και των γονιών του. Η Ελένη Σεχίδη θορυβήθηκε από την επίσκεψη του ανιψιού της και την αλλοπρόσαλλη -όπως είπε- συμπεριφορά του («του βάλαμε να φάει και έκανε περίεργες κινήσεις, μας κοίταζε περίεργα» δήλωσε αργότερα η αδελφή της Ελένης, που ήταν παρούσα στη συνάντηση) και μετά από προτροπή της αστυνομίας πήγαν σε κάποιους συγγενείς τους στη Νέα Πέλλα Γιαννιτσών.

Ο Θ. Σεχίδης, που χαρακτηριζόταν από το περιβάλλον του ως ιδιόρρυθμος τύπος, είχε εντοπισθεί στις αρχές Ιουνίου στην Αθήνα, όταν σε έρευνα που του είχε γίνει είχαν βρεθεί πάνω του ένα μαχαίρι κι ένα φυσίγγι, αλλά τελικώς αφέθηκε ελεύθερος.Επιπλέον, στις 21 Ιουλίου σε έλεγχο που είχε γίνει στο αυτοκίνητό του στην περιοχή της Καβάλας, είχαν βρεθεί μια κοντόκανη καραμπίνα, ένα κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια. Λίγες μέρες μετά, το δικαστήριο τον καταδίκασε σε δεκάμηνη φυλάκιση και πρόστιμο 700.000 δρχ., με τριετή αναστολή (λόγω του γεγονότος ότι είχε λευκό ποινικό μητρώο), και αφέθηκε και πάλι ελεύθερος. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός πως, κατά την εξέτασή του, ο Θ. Σεχίδης δεν μπορούσε να δώσει πειστικές απαντήσεις για το πού βρίσκονται οι πέντε συγγενείς του, ενώ έπεφτε και σε συχνές αντιφάσεις, ενέτεινε τις υποψίες των αστυνομικών της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ότι πιθανώς σχετίζεται με την εξαφάνισή τους. Τελικώς, αργά το βράδυ της 8ης Αυγούστου και μετά από πολύωρη ανάκριση, ο Θ. Σεχίδης ομολόγησε πως στις 19 και 20 Μαΐου σκότωσε τον πατέρα, την μητέρα, την αδελφή, τον θείο και την γιαγιά του στον Λιμένα Θάσου, ακολούθως τεμάχισε τα πτώματα -εκτός από αυτό του θείου του- και κατόπιν τα μετέφερε σε σακούλες σε χωματερή της Καβάλας, όπου και τα πέταξε.

«Ήταν άρρωστοι και ήθελα να τους λυτρώσω» δήλωσε, αρχικά, στους εμβρόντητους αξιωματικούς της αστυνομίας και αργότερα πρόσθεσε: «Ήθελαν να με βγάλουν από τη μέση και πρόλαβα να τους σκοτώσω πρώτος. Υπήρχε συνομωσία σε βάρος μου. Βρισκόμουν εν αμύνη. Μου έκαναν ψυχολογικό πόλεμο επειδή ήξερα ότι ήμουν άλλης μάνας παιδί και δεν μου ‘λεγαν την αλήθεια. Τους ξέκανα, για να μην με ξεκάνουν».


Οι πέντε δολοφονίες
Τις επόμενες ώρες, ο Θ. Σεχίδης περιέγραψε με συγκλονιστικές λεπτομέρειες τις πέντε δολοφονίες που είχε διαπράξει, αλλά και όσα ακολούθησαν.

Ο πρώτος φόνος έγινε το πρωί της 19ης Μαΐου, στην περιοχή της αρχαίας ακρόπολης της Θάσου (στην περιοχή του Λιμένα). Ο Θ. Σεχίδης πήγε εκεί με τον θείο του Βασίλη για να συζητήσουν. Κατά τον δράστη, ο Βασίλης Σεχίδης, ο οποίος ζούσε στο Βέλγιο 32 χρόνια, είχε πάει στη Θάσο μετά από παράκληση του πατέρα του, για να πεισθεί ο 24χρονος φοιτητής να επισκεφθεί ψυχίατρο, γιατί «παρουσίαζε κάποια προβλήματα» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996). Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, στις 17 Μαΐου, ο πατέρας του Θ. Σεχίδη, Δημήτρης, είχε επισκεφθεί στην Κομοτηνή τον γιο του, του είχε ζητήσει το αυτοκίνητο -που χρησιμοποιούσε ο Θεόφιλος- και τον είχε καλέσει να πάει στην Θάσο για να συζητήσουν «κάποια σοβαρά θέματα». Περίπου, ένα χρόνο νωρίτερα, ο Θ. Σεχίδης είχε στείλει στον θείο του στο Βέλγιο δύο επιστολές, στις οποίες εκτός των άλλων αναφερόταν και σε ένα παλιότερο περιστατικό ξυλοδαρμού του από αυτόν. Στην δεύτερη επιστολή, την οποία συνόδευε με μια παιδική του φωτογραφία, όπου φορούσε αποκριάτικη («καουμπόϊκη») στολή και κρατούσε ψεύτικο πιστόλι, ο Θ. Σεχίδης έγραφε, χαρακτηριστικά (διατηρείται η ορθογραφία του πρωτοτύπου): «Μην έχεις ποτέ σου τύψεις για το ότι με χτύπησες. Έτσι ΕΠΡΕΠΕ να γίνει. Εγώ ο ίδιος το προκάλεσα επίτηδες και σου ζήτησα συγνώμη που σε χρησιμοποίησα μ’ αυτόν τον τρόπο αλλά ήταν κι αυτό μέσα στο σχέδιό μου. Ήξερα ότι θα σε καλέσει ο αδελφός σου πριν ακόμη το κάνω και εξάλλου του το’ πα, και από την πρώτη στιγμή που πάτησες το πόδι σου περίμενα να συμβεί το σημερινό. Μην σε ανησυχεί λοιπόν, και σου ζητώ ΣΥΓΝΩΜΗ για τους λόγους που θα σου ήταν αδύνατο να κατανοήσεις. Και όμως το παρατράβηξες. Σου έλεγα ‘φτάνει τώρα, εντάξει’ καθώς είχε επιτευχθεί ο σκοπός ΜΟΥ αλλά εσύ συνέχιζες. Δεν μπορεί, κάποιο σφάλμα θα έγινε στα άστρα που κυβερνάω, κάποια επιπλοκή. Με ΑΓΑΠΗ ο ανεψιός σου. Στον αγαπημένο μου θείο το παλλήκαρά που τα βάζη με τους υποσητιζόμενους. Εγώ όμως σε ΑΓΑΠΩ. (το περίστροφο της φωτογραφίας είναι ψεύτικο, μη φοβάσαι)».

Εκείνο το πρωί, η συζήτηση του Θεόφιλου και του θείου του σταδιακά εκτραχύνθηκε, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει συμπλοκή. «Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος 10 μέτρων. Κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί. Και για να μην βασανίζεται άλλο, του ‘κοψα με το μαχαίρι το κεφάλι» θα υποστηρίξει ο δράστης. Μερικές μέρες μετά, ο ιατροδικαστής Σερρών Μ. Γεωργιάδης, που εξέτασε το πτώμα του Βασίλη Σεχίδη, διέγνωσε «σοβαρότατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση και αποσπασματικά κατάγματα των κροταφικών άκρων. Το κρανίο ήταν διαμελισμένο, και στην τραχηλική χώρα ήταν εμφανής λαμδοειδής βαθιά κόψη (…)».

Στη συνέχεια, ο Θ. Σεχίδης αγόρασε ένα μονόκανο όπλο και ένα καινούργιο πουκάμισο (το προηγούμενο είχε γεμίσει αίματα) και λίγες ώρες αργότερα επέστρεψε στο σπίτι του στον Λιμένα, περιμένοντας τα άλλα μέλη της οικογένειάς του. Πρώτος, έφτασε ο πατέρας του Δημήτρης. Ο Θ. Σεχίδης υποστήριξε πως τότε άρχισε νέος καβγάς. «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα» είπε. «Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα και έπεσε νεκρός. Μετά του έκοψα την καρωτίδα μ’ ένα μαχαίρι». Λίγο μετά, μπήκε στο σπίτι και η μητέρα του Μαρία. «Κρατούσε κι αυτή μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι, την αφόπλισα και της έκοψα τον λαιμό με το μαχαίρι» είπε ο Θ. Σεχίδης, αλλά ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι είχε κι αυτή πυροβοληθεί στο κεφάλι. Ακολούθησε η αδελφή του Έμμυ, που είχε ακούσει την φασαρία, μπήκε στο σαλόνι, κρατώντας ένα τασάκι για να αμυνθεί. Ο Θ. Σεχίδης υποστήριξε πως κρατούσε και αυτή μαχαίρι. «Μου όρμησε και τη σκότωσα με τον ίδιο τρόπο» θα συμπληρώσει.

Ο Θ. Σεχίδης έμεινε όλη την υπόλοιπη μέρα στο σπίτι, μαζί με τα πτώματα των τριών συγγενών του. Στο διάστημα αυτό, αφαίρεσε τους εγκεφάλους των θυμάτων και τα τοποθέτησε σε πιάτο στο ψυγείο! Ο ίδιος θα πει αργότερα: «Δυο-τρεις εγκεφάλους τους έβγαλα και τους έβαλα στο ψυγείο. (…) Είναι μια ξεχωριστή εμπειρία, που αναφέρεται σε ανατομία του εγκεφάλου κ.λπ. Γι αυτό. Επειδή είχα ασχοληθεί μ’ αυτά. Είχα κάποιες ψυχιατρικές και ιατρικές γνώσεις και ήθελα να εξετάσω την ανατομία του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό είναι όλο. Δεν μετάνιωσα για τίποτα, καλά έκανα. Το ένα κεφάλι ήδη είχε σπάσει, τα μυαλά είχαν βγει, οπότε γιατί να μην τα βάλω στο ψυγείο…» (περιοδικό «Max» – Φεβρουάριος 1997). Τελικά, δεν… μελέτησε τους εγκεφάλους διότι «ήταν χαλασμένο το ψυγείο κι όταν τελείωσα με τα πτώματα και πήγα μετά από μια εβδομάδα να το πάρω (σ.σ.: το πιάτο) είχε αλλοιωθεί και το πέταξα» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Τρίτη 20 Αυγούστου 1996).

Το επόμενο πρωί, εντελώς ανυποψίαστη για όσα είχαν ήδη διαδραματιστεί, η γιαγιά του Ερμίονη, που έμενε σε μικρή απόσταση, επισκέφτηκε το σπίτι. Προτού συνειδητοποιήσει το θέαμα του αιματηρού σκηνικού, που επικρατούσε εκεί, δέχτηκε ένα θανατηφόρο πλήγμα μαχαιριού στην καρδιά από τον εγγονό της, που υποστήριξε ότι «άρπαξε ένα μαχαίρι να με χτυπήσει. Τι να έκανα κι εγώ, την σκότωσα».

Στη συνέχεια, ο δράστης σκέφτηκε να εξαφανίσει τα πτώματα. «Πήγε στην αποθήκη και πήρε ένα βαλιτσάκι, μέσα στο οποίο ο πατέρας του είχε διάφορα εργαλεία. Πήρε δύο αλυσοπρίονα και άρχισε να τεμαχίζει τα πτώματα (σ.σ.: κατ’ άλλες πληροφορίες, για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε, επίσης, και δύο ειδικά ψαλίδια για το κούρεμα των προβάτων). Από το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς αγόρασε μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών (σ.σ.: αργότερα, διαπιστώθηκε πως τις σακούλες αγόρασε από διαφορετικά καταστήματα, προκειμένου να μην κινήσει τις υποψίες) και έβαλε μέσα σ’ αυτές τα κομμάτια από τα άψυχα σώματα των θυμάτων. Με περισσή ψυχραιμία άρχισε τα δρομολόγια του θανάτου. Θάσος – Κεραμωτή τρεις φορές, με τρία διαφορετικά ‘φορτία’ στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου του πατέρα του» (εφημερίδα «Έθνος» – Παρασκευή 12 Αυγούστου 1996). «Σκέφτηκε, λοιπόν, να πετάξει τις σακούλες στις οποίες είχε χωρέσει τα μέλη των δικών του ανθρώπων στη χωματερή των Ταγαράδων (σ.σ.: κοντά στη Θεσσαλονίκη). ‘Είδα κάποιους φύλακες κι ένα οδηγό απορριμματοφόρου’ είπε στους αξιωματικούς που ασχολούνται με την υπόθεση. Έφυγε, λοιπόν, και αναζήτησε άλλο χώρο. Έκανε εκατοντάδες χιλιόμετρα και επέστρεψε στην Καβάλα. Κατέληξε στη χωματερή που βρίσκεται ανάμεσα στη Νέα Καρβάλη και την Κεραμωτή. Εκεί προσπάθησε να εξαφανίσει τις ‘αποδείξεις’ της αποτρόπαιας, της φρικιαστικής, της ανατριχιαστικής πράξης του»(εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Ο ίδιος θα πει, σχετικά: «Χρειάστηκα μια ημέρα για να τους τεμαχίσω έναν έναν ξεχωριστά, σε τέσσερα κομμάτια τον καθένα, χέρια, πόδια, κεφάλι, κορμός, μία ημέρα να τους ‘πακετάρω’ και μία ημέρα να τους μεταφέρω… Έκανα δύο δρομολόγια (…)» (από συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα» – Δευτέρα 19 Αυγούστου 1996). Στις 24 Μαΐου, όλα είχαν τελειώσει…

Λίγες μέρες μετά την αποκάλυψη της πενταπλής δολοφονίας, ο ιατροδικαστής Μ. Γεωργιάδης, που επισκέφθηκε το σπίτι των φόνων, θα δηλώσει χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Απογευματινή»: «Ήταν τόσο μακάβριο και συγκλονιστικό αυτό που αντίκρυσα στο ‘σπίτι-φρούριο’, που δεν περιγράφεται. Στους τοίχους, στις τουαλέτες, στα ταβάνια ήταν πεταμένα υπολείμματα εγκεφαλικής ουσίας μετά τους πυροβολισμούς που δέχτηκαν δύο από τα θύματα (ο πατέρας και η μάνα) στο κεφάλι. Σ’ όλο το σπίτι υπήρχε αίμα που είχε ξεραθεί. Το χαλί ήταν κόκκινο από το αίμα, ιδιαίτερα στο σημείο όπου σκότωσε την αδελφή του, την οποία χτύπησε μόνο στον θώρακα. Βρέθηκαν δύο αλυσοπρίονα και ένας πέλεκυς. Με τα σιδηροπρίονα έκοβε τα οστά των πτωμάτων και με το μαχαίρι τις σάρκες. Είναι φοβερό…» (εφημερίδα «Απογευματινή» – Δευτέρα 12 Αυγούστου 1996).

Εξάλλου, σε έναν από τους τοίχους του σπιτιού, βρέθηκε γραμμένη με μπογιά η λέξη: «Λάθος». Όταν ρωτήθηκε σχετικά από τους δημοσιογράφους τι σήμαινε αυτό, ο Θ. Σεχίδης απάντησε: «Το λάθος σημαίνει λάθος, τίποτα περισσότερο»…


Μαρτυρίες για την οικογένεια Σεχίδη και τον Θεόφιλο
Όπως ήταν φυσικό, η είδηση της πενταπλής δολοφονίας έπεσε σαν «βόμβα» στην κοινωνία του νησιού. Πολλοί κάτοικοι γνώριζαν τα προβλήματα υγείας της Έμμυς αν και κάποιοι από αυτούς έκαναν λόγο για χρήση ναρκωτικών. Περιέγραψαν την οικογένεια ως «κλειστή», που ζούσε αρκετά απομονωμένη από τους άλλους κατοίκους, ίσως λόγω του ψυχικού προβλήματος της Έμμυς, ενώ αναφερόμενοι στον Δημήτρη Σεχίδη, τόνιζαν πως ήταν ένας πατέρας-αφέντης «που καταδυνάστευε τα παιδιά του και τους αρνιούνταν ακόμη και ένα μικρό χαρτζιλίκι, παρά το γεγονός ότι είχε μεγάλη περιουσία» (εφημερίδα «Έθνος» – Παρασκευή 10 Αυγούστου 1996). Εντούτοις, οι συνάδελφοι και οι μαθητές του τον χαρακτήριζαν άριστο προϊστάμενο και εκπαιδευτικό.

Για τον Θ. Σεχίδη, οι μαρτυρίες όσων των γνώριζαν συνέκλιναν στο γεγονός πως ήταν ένας μοναχικός και κάπως ιδιόρρυθμος άνθρωπος, αλλά με υψηλό δείκτη ευφυΐας. «Ήταν πανέξυπνος. Μπήκε με την πρώτη φορά στη Θεολογική Σχολή κι επειδή δεν του άρεσε, ξανάδωσε εξετάσεις και πέρασε στη Νομική» είπε ο θείος του Θεόφιλου, Γιάννης Σεχίδης (εφημερίδα «Έθνος» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996). Κάποιος κάτοικος της Θάσου σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «αυτό το παιδί ήταν σαν τα άγρια άλογα. Δεν το πλησίαζε κανένας, αλλά και δεν πλησίαζε κανέναν» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996), ενώ κάποιος άλλος διευκρίνισε πως «ήταν πάντοτε ένα απομονωμένο παιδί, δεν ενοχλούσε κανένα και μέσα στην ήσυχη τρέλα του, περνούσε απαρατήρητος» (εφημερίδα «Έθνος» – Παρασκευή 10 Αυγούστου 1996).

Ο παλιός του συμμαθητής Τ. Σοφιάς δήλωσε ότι «δεν τον είδα ποτέ με γυναίκα, ήταν όμως πανέξυπνος και μου είχε πει κάποτε ότι ήθελε να πετύχει τον απόλυτο έλεγχο της προσωπικότητας των άλλων. Πρόσφατα, όταν συναντηθήκαμε τυχαία, μου είπε ότι πλησίαζε στον στόχο του». Σύμφωνα με τον Τ. Σοφιά «το μοναδικό ίσως φανερό πάθος του (…) ήταν η κλασική μουσική και το… παλιομοδίτικο ντύσιμο (γι αυτή του τη συνήθεια τον φώναζαν ‘γέρο’ στο Λιμένα Θάσου). (…) Ήταν πάντα η ισχυρότερη προσωπικότητα σ’ όλη την παρέα τους, αφού είχε τη δυνατότητα να επιβάλλει τη γνώμη του στους άλλους» (εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996). Οι συμφοιτητές του στην Κομοτηνή έλεγαν πως ο Θ. Σεχίδης «κυκλοφορούσε συνήθως μόνος του, (…) φορούσε πάντα τα ίδια ρούχα, δεν μιλούσε σε πολλούς ανθρώπους, έγραφε πολλά ποιήματα και ζωγράφιζε» (εφημερίδα «Απογευματινή» – Δευτέρα 12 Αυγούστου 1996), και ότι συχνά τους έλεγε «να ακούτε κλασική μουσική και να μην τρώτε ψημένο κρέας γιατί κάνει κακό στην υγεία» (εφημερίδα «Απογευματινή» – Δευτέρα 13 Αυγούστου 1996), ενώ ένας ιδιοκτήτης δισκοπωλείου στη Θεσσαλονίκη δήλωσε ότι «ερχόταν στο μαγαζί μου πολύ συχνά, (…) κοιτούσε τα cd και τους δίσκους, τα χάιδευε και τους μιλούσε» (εφημερίδα «Απογευματινή» – Δευτέρα 13 Αυγούστου 1996). Οι γείτονές του στην πολυκατοικία της Θεσσαλονίκης είπαν πως ήταν «αφηρημένος, περπατούσε σκυφτός, σαν κάποιος να τον κυνηγούσε, σαν κάτι να τον απασχολούσε. Τον ακούγαμε να μιλάει μόνος του στο διαμέρισμά του και άλλοτε να κλαίει και να βρίζει».

Σημειώνεται ότι, μετά από έρευνα που έγινε στο σπίτι του στην Κομοτηνή (στην οδό Σεϊμάνογλου 54), οι αστυνομικοί εντόπισαν φωτογραφίες των θυμάτων με σημαδεμένους τους λαιμούς τους, ένα στιλέτο, μαχαίρια και λάδι για πριόνια. Ωστόσο, ενδεικτικό στοιχείο της αμετροέπειας και της «σκανδαλοθηρικής» διάθεσης με την οποία ορισμένοι δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν την προσωπικότητα του δράστη είναι και το γεγονός πως θεώρησαν ως… αποδεικτικό στοιχείο του προμελετημένου χαρακτήρα των πράξεών του το νομικό βιβλίο που βρέθηκε στη βιβλιοθήκη του με τίτλο «Αναγκαστική εκτέλεση» (αφορά στο Αστικό Δικονομικό Δίκαιο!).

Στις 9 Αυγούστου, ο τότε πρύτανης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου και καθηγητής Εγκληματολογίας Γ. Πανούσης δήλωσε στους δημοσιογράφους πως τον Θ. Σεχίδη «δεν τον θυμάμαι προσωπικά, αλλά οι συνάδελφοι που ρώτησα μού τον περιέγραψαν σαν έναν μοναχικό τύπο, τον οποίο οι άλλοι, επειδή ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία, τον έλεγαν ‘παππούλη’. ‘πατριάρχη’ και άλλα παρόμοια, αλλά δεν είχαν εντοπίσει κάποιο στοιχείο επιθετικότητας στη συμπεριφορά του».

Από την πλευρά τους, η Ελένη Σεχίδη και ο γιος της Θεόφιλος υποστήριξαν πως ο δράστης είχε σχέσεις με παραθρησκευτικές ή σατανιστικές οργανώσεις και πως ενδέχεται στις δολοφονίες να ενέχονται και άλλα πρόσωπα. Ειδικότερα, η Ελ. Σεχίδη κατέθεσε στον τακτικό ανακριτή Καβάλας Λ. Τσιγκρή στις 16 Αυγούστου πως όταν ο Θ. Σεχίδης τους επισκέφτηκε στις 3 Αυγούστου, συνοδευόταν από ένα άτομο ηλικίας 55-60 ετών, με το οποίο φαινόταν ότι παρά τη διαφορά ηλικίας γνωρίζονταν από καιρό (σ.σ.: η πληροφορία αυτή, πάντως, δεν επιβεβαιώθηκε). Επίσης, ο γιος της Θεόφιλος, καταθέτοντας στον ανακριτή πρόσθεσε πως ο πατέρας του δράστη είχε αντιληφθεί, παλιότερα, κάποιες επιστολές παραθρησκευτικής οργάνωσης της Αμερικής με οδηγίες για τελετές μαγείας και ορισμένα «ύποπτα» τηλεφωνήματα του γιου του και μάλιστα είχε ενημερώσει σχετικά τον αδελφό του Βασίλη, ενώ ο άλλος αδελφός του πατέρα, Γιάννης, εξέφρασε την πεποίθηση του ότι ο ανιψιός του και δράστης ήταν όργανο κάποιων που «έβαλαν στο μάτι» τη μεγάλη περιουσία της οικογένειας και τον χρησιμοποίησαν.

Τέλος, σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο του, που δημοσιεύτηκε εκείνες τις μέρες, ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός τόνιζε τα εξής (παρατίθεται από την εφημερίδα «Ο Χρόνος» της Κομοτηνής, όπου αναδημοσιεύτηκε στις 26 Ιανουαρίου 2005):

«Φέτος, λοιπόν, εκείνο που σημάδεψε το καλοκαίρι μου ήταν ο φονιάς της γενέτειράς μου, της Θάσου. O Θεόφιλος Σεχίδης (λάθος όχι ‘της’, γιατί τη Θάσο δεν τη σκότωσε, αλλά ‘από την’). Από μια εντόπια εφημερίδα της Θάσου ωστόσο, τη δεκαπενθήμερη ανεξάρτητη ‘Θασιακή’, πληροφορήθηκα σχετικά με τον πατέρα του. Σας τα μεταφέρω για να συμπληρώσετε το ‘ιντεντικίτ’ του στυγερού δολοφόνου.

»O πατέρας Σεχίδης, λοιπόν, που συγκαταλέγεται κι αυτός ανάμεσα στα θύματα του γιου του, υπήρξε δάσκαλος. Στη Θάσο έφτασε σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός κι εκεί γνώρισε την κατοπινή γυναίκα του. Κι όπως λέει το λαϊκό διαλλογάκι: ‘Από ποιο χωριό είσαι; Από το χωριό της γυναίκας μου’, εγκαταστάθηκε ο άτυχος στον Λιμένα. O Λιμένας είναι η πρωτεύουσα του νησιού. Κι εκεί ήθελε να γίνει διευθυντής του δημοτικού σχολείου. Δεν έγινε, και τον στείλαν διευθυντή στην Κεραμωτή, που είναι ακριβώς απέναντι από το Λιμένα, σε μια γλώσσα στεριάς που εισχωρεί στη θάλασσα και όπου βγαίνουν φημισμένα καρπούζια. Αυτός μεράκι του ήταν ο Λιμένας. Ένα απραγματοποίητο όνειρο. Εξορίστηκε από το νησί της γυναίκας του, κι από το χωριό της, στην αντίπερα όχθη της ηπειρωτικής Ελλάδας. Δεν το χώνεψε ποτέ. Και όταν ένα άλλο δημοτικό της Θάσου, στο χωριό Ποταμιά, αναβαθμίστηκε σε τετραθέσιο, τον έστειλαν εκεί σαν διευθυντή του δημοτικού σχολείου. Μα δεν ήταν το ίδιο. Από το σχολείο απουσίαζε συχνά. Μάλιστα την προτελευταία χρονιά δεν πήγε καν για να επιδώσει στους μαθητές τα διπλώματα. Εκεί το έπαιξε κι ο Θεόφιλος Σεχίδης, επιμένοντας πως απουσιάζει στο εξωτερικό. Πράγματι απουσίαζε συχνά. Τα είχε με τους συναδέλφους του, κυρίως γιατί μια ζωή δεν τον έκαναν διευθυντή του Δημοτικού Λιμένα. Αλλά πλησίαζε στη σύνταξη, θα έβγαινε κανονικά φέτος το Δεκέμβρη 1998 και είχε δρομολογήσει ήδη τις άδειες για να ασχοληθεί με τα τουριστικά επαγγέλματα χτίζοντας ένα μικρό ξενοδοχείο. Για τη συμπλήρωση της εικόνας του πατέρα Σεχίδη, θα πρέπει να πούμε ότι πρωτοπήγε στη Θάσο επί χούντας και η τοπική εφημερίδα τον αναφέρει ως διαφωτιστή της μέσω του στρατού.

»Το δράμα της οικογένειας αρχίζει φαίνεται με τη αρρώστια της μεγαλύτερης αδελφής του Θεόφιλου, την Ερμιόνη ή Έμμυ. Άγνωστο από ποιες αιτίες, μπαινοβγαίνει σε ψυχιατρικές κλινικές και τα ψυχοφάρμακα που της δίνουν μεταμορφώνουν την άλλοτε πανέμορφη αυτή νέα σε ένα μπόγο κρέατος. Κυκλοφορεί στους δρόμους του Λιμένα σαν μισότρελη. Και ο πατέρας γαντζώνεται στη μοναδική ελπίδα που του απομένει, σε αυτόν που όπως λέει ‘δεν είναι άρρωστος’, στο γιο του Θεόφιλο. O οποίος είναι πολύ καλός μαθητής. Δίνει στη Νομική του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και δεν μπαίνει. Μπαίνει όμως Νομική Κομοτηνής. Είναι ευαίσθητος. Ζωγραφίζει. Πράγμα που δεν αρέσει στον πατέρα του. O πατέρας του έχει στο μεταξύ μεταβιβάσει, με το σύστημα της γονικής παροχής, πολλά ακίνητα. Ένα απ’ αυτά είναι και το λουλουδάδικο στην είσοδο της μικρής πόλης ή του μεγάλου χωριού που είναι ο Λιμένας. O Θεόφιλος ασχολείται κυρίως με τη ζωγραφική, την αφηρημένη. Ζωγραφίζει αφαιρετικά, αλλά συμμετρικά λουλούδια, που εξαγριώνουν τον πατέρα του (απαθανατίζει τα λουλούδια, με τεχνοτροπία ‘ακαταλαβίστικη’, αντί να τα πουλά) και ο πατέρας καταστρέφει τους πίνακές του. Μα η αδυναμία στο γιο παραμένει.

»Κάποια Χριστούγεννα του ζητά τι δώρο να του κάνει. O Θεόφιλος του αποκρίνεται πως το καλύτερο δώρο που μπορεί να του κάνει είναι να κόψει ο ίδιος το κάπνισμα. O μανιακός καπνιστής που είναι ο πατέρας Σεχίδης εκπληρώνει την επιθυμία του γιου του και δεν το βάζει ξανά στο στόμα του. H ‘Θασιακή’ μας δίνει και μιαν άλλη σημαντική πληροφορία. Ότι ο Θεόφιλος είναι κρυφά ερωτευμένος με τη Βαγγελιώ. Ποια η Βαγγελιώ, δε μας λέει. Αλλά της έγραφε, έγραφε, μυστικά σημειώματα που δεν της τα έδινε ποτέ. Ακόμα μαθαίνουμε ότι ο πατέρας του είχε ζητήσει να διαγραφεί από το Σύλλογο των Δασκάλων και δεν είχε συγχωρέσει ποτέ την τοπική κοινωνία του Λιμένα που δεν τον έκανε διευθυντή στο Δημοτικό της.

»Όλα αυτά τι θέλουν να πουν; Ότι ο πατέρας έχει ένα μεγάλο απωθημένο. Ότι η αρρώστια της Ερμιόνης επιβαρύνει την οικογένεια. Ότι υπάρχει το ενδεχόμενο μιας κληρονομικότητας προς την τρέλα. Εκεί όμως έρχεται να μας διαψεύσει ένα ξαφνικό κείμενο που παρουσιάστηκε μες στο καλοκαίρι στην εφημερίδα ‘Τα Nέα’, στη ρουμπρίκα των ‘επιστολών’. Από μια μακρινή συγγένισσα της οικογένειας, τη Γιώτα Σεχίδου, που εκτός από φιλόλογος είναι και καλή συγγραφέας (…). H δεσποινίς Σεχίδου, λοιπόν, μας δίνει ένα ιστορικό της γενιάς των Σεχίδηδων (ελληνοποίηση του Σεΐχη) που κατάγονται από τον Πόντο και που πρόσφεραν τα πάντα στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες της φυλής, με εντονότατη την παρουσία τους στο αντάρτικο, όπου δώσαν και πολλά θύματα. Πώς λοιπόν, καταλήγει η συγγραφέας και επιστολογράφος, από μια τέτοια ένδοξη γενιά, φτάνουμε στα DNA του παρανοϊκού δολοφόνου;

»O Σεχίδης είπε, στην πρώτη του συνάντηση με τους δημοσιογράφους όταν ακόμα δεν είχε την άνεση να μιλά, όταν εκείνοι πεισματικά τον ρωτούσαν να τους πει πώς έγινε το φονικό, ‘χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό’. Όσοι, ελάχιστοι μες στον Αύγουστο το ακούσαμε και το είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια να το λέει, φρικιάσαμε. Γιατί ήταν ένα σχόλιο διόλου ‘παρανοϊκού’ ανθρώπου. Στη συνέχεια είπε σε άλλο δημοσιογράφο, μιαν άλλη φορά, πως δε δέχεται να απαντάει σε ‘ανόητες ερωτήσεις’. Κάτι που όποιος έδωσε στη ζωή του έστω και μια συνέντευξη, θα σκέφτηκε να το πει, αλλά δεν το τόλμησε. Τέλος, ζητώντας για τη φυλακή Μπαχ και Μότσαρτ και μόνο βιβλία, πολλά βιβλία, ο Σεχίδης μπαίνει σε εκείνη την κατηγορία των δολοφόνων που τόσο «ενέπνεαν» τους συγγραφείς στις αρχές του αιώνα. (εμένα προσωπικά δεν με εμπνέει, γιατί αν ήταν ποτέ να εμπνευστώ από μια τέτοια υπόθεση, θα έγραφα για τη σιωπή των αμνών, που υπήρξαν οι γείτονες, οι συγγενείς, οι γνωστοί, οι συνάδελφοι της άτυχης οικογένειας.

»Αναφερόμενοι σε ένα τροχαίο και τυχαίο τραυματισμό περαστικού στο δρόμο, όπου ο killer της ασφάλτου -που οι Αμερικανοί κάποτε αποκαλούσαν hit-and-run driver- λέμε ότι δεν γύρισε για να δώσει ένα χέρι βοήθειας. Τι να πούμε τότε για πέντε ανθρώπους που κανείς δεν τους είδε επί τρεις ολόκληρους μήνες και δεν ανησύχησε κανείς; Ή το χειρότερο, φοβάται ν’ ανησυχήσει (η Αγία Ανησυχία που έγραφε κι ο Αντώνης Σαμαράκης στα 1959 στο ‘Σήμα Κινδύνου’, πού πήγε άραγε;).
»Τέλος, δεν επιμένω περισσότερο. Ελπίζω αυτή η υπόθεση που με τάραξε να μη γίνει κι αυτή μια ακόμα μέτρια ελληνική ταινία, σαν αυτές που γυρίζονται με βάση ανάλογα περιστατικά. Χρειάζεται ένας Ντοστογιέβσκι, της πένας ή του σελιλόιντ, για να μπορέσει να μην προδώσει την πολυπλοκότητα αυτής της υπόθεσης».


Η άποψη των επιστημόνων
Η αποκάλυψη όλων των λεπτομερειών των εγκλημάτων, εκτός από τον ισχυρό κλονισμό που προκάλεσε στην κοινή γνώμη, ήγειρε παράλληλα και ζωηρές συζητήσεις μεταξύ των επιστημόνων (ψυχολόγων, ψυχιάτρων, εγκληματολόγων, κοινωνιολόγων κ.ά.), που από τις πρώτες κιόλας ημέρες, επιχείρησαν να ερμηνεύσουν την «υφή» των γεγονότων και την προσωπικότητα του Θ. Σεχίδη. Το επόμενο διάστημα από τις στήλες των ημερήσιων εφημερίδων διατυπώθηκαν ποικίλες απόψεις ως προς τα αίτια της πράξης του δράστη και το ρόλο του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος.

«Το πρόβλημα σε όλα τα ακραία εγκλήματα αυτού του είδους, έχει να κάνει με την ανεκτικότητα της ελληνικής κοινωνίας και το φόβο του στιγματισμού» σημείωνε ο ψυχολόγος-ψυχίατρος Γ. Κούρος στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» στις 10 Αυγούστου 1996. «Η παθητικότητα και η υπερβολική ανοχή της ελληνικής κοινωνίας, θα πρέπει ίσως να διαφοροποιείται σε ό,τι αφορά τέτοιου είδους παθολογίες, οι οποίες φαίνονται σ’ ένα μικρότερο βαθμό από χρόνια, πριν εκδηλώσουν μια μεγαλύτερη παθολογία. (…) Εκείνο, όμως, που εκπλήσσει για άλλη μια φορά στην περίπτωση του 24χρονοτυ Θεόφιλου Σεχίδη και αποδείχτηκε με τον πιο τραγικό τρόπο, είναι ότι το οικογενειακό περιβάλλον, η ίδια η οικογένεια, οι φίλοι, η γειτονιά δεν έχουν αντιδράσει καθόλου, τόσα χρόνια που εξελισσόταν μια παθολογία. (…) Η παθολογία αυτού του είδους μπορεί να εμφανιστεί με διαφορετικές μορφές. ‘Μπορεί να έχουν δίκιο που με καταδιώκουν και με μισούν, και όντως είμαι κακός και μίασμα για την κοινωνία, άρα αυτοκτονώ’, θα μπορούσε να σκεφτεί ο ίδιος. Και αυτή είναι μια μορφή επιθετικότητας, που εκδηλώνεται προς τον εαυτό του. (…) Συνεπώς είναι θέμα στιγμής, αν θα συνεχίσει έτσι ή αλλιώς, αλλά για να φτάσει κανείς στην προβληματική του ‘σκοτώνω’ ή ‘σκοτώνομαι’ υπάρχουν στάδια, φάσεις που διαρκούν αρκετά χρόνια. Στα οποία εκδηλώνεται με κάποιο τρόπο η παθολογία και εκεί η οικογένεια, το περιβάλλον, η γειτονιά θα μπορούσε να είχε λάβει κάποια μέτρα. (…) Ο συγκεκριμένος μηχανισμός είναι: Θέλουν το κακό μου, με μισούν, με καταδιώκουν, θα με σκοτώσουν. Τους προλαβαίνω και τους σκοτώνω εγώ. (…)» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Ο ψυχίατρος Μ. Μυλωνάκης υποστήριξε πως «πιθανολογούμε ότι ο δολοφόνος της Θάσου είναι ψυχικά άρρωστος, γιατί σκότωσε πρόσωπα, κατά κανόνα, αγαπητά και σεβαστά. (…) Γιατί συνόδευσε την ομολογία των πράξεών του με γέλια. Γιατί η εξήγηση των πράξεών του ήταν η φράση ‘για να τους λυτρώσω από την ασθένειά τους’. Γιατί και η νεκρή αδελφή του φέρεται να έχει νοσηλευθεί για ψυχική νόσο. (…) Ο άρρωστος δολοφόνος δεν είχε οδηγηθεί εγκαίρως στην ψυχιατρική και στις φροντίδες της γιατί είτε δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν οι τραγικοί γονείς του το νοσηρό της προηγούμενης συμπεριφοράς του είτε γιατί δεν μπόρεσαν να αντέξουν τις ψυχικές συνέπειες αυτής της πραγματικότητας και την αρνήθηκαν μέχρι το τέλος τους. (…) Οι γονείς του Σεχίδη προφανώς ασχολήθηκαν κυρίως με τις σπουδές του. (…) Η ψυχική νόσος του δράστη είναι μια παρανοειδής ψύχωση, πιθανότατα σχιζοφρενικού χαρακτήρα. (…) Η υψηλή νοημοσύνη, και η κάθε επιπέδου νοημοσύνη, δεν μπορεί να αποκλείσει την ανατολή και την εξέλιξη μιας ψυχικής νόσου. (…) Η κινητήρια δύναμη της ανθρωποκτονίας είναι ο άρρωστος ιδεασμός του δράστη. Δηλαδή, η παραγωγή των ιδεών πραγματοποιείται στο μυαλό με τρόπο νοσηρό, με αποτέλεσμα να πιστεύει, και μάλιστα ακράδαντα, σαν πραγματικά τα δημιουργήματα της άρρωστης σκέψης του. Ότι δηλαδή τον υπονομεύουν ή ότι του κλέβουν τη σκέψη ή του υποβάλλουν σκέψεις ή ότι ετοιμάζονται να τον εξοντώσουν ή… Ο άρρωστος δολοφόνος της Θάσου, δηλώνοντας ότι σκότωσε τους δικούς του για να τους σώσει, εξέφρασε πιθανότατα το παραλήρημα του Σωτήρα. (…) Η κυρίως πράξη οφείλεται στο παραλήρημα, οι δευτερεύουσες πράξεις οφείλονται στην κινητοποίηση του λοιπού νοητικού και ψυχικού μηχανισμού τους. (…) Η εξαφάνιση των θυμάτων δεν κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον των φίλων και γειτόνων, γιατί πιθανότατα λειτούργησε η παθητικότητα, χαρακτηριστικό των σημερινών Ελλήνων, η οποία μετατρέπει σε έναν ακόμη νεοελληνικό μύθο τις αρετές τις περιλάλητης τοπικής κοινωνίας» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Η καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου Φ. Τσαλίκογλου εκτίμησεπως «τα κίνητρα της πράξης θα μείνουν θαμμένα στα ερέβη του ταραγμένου νου. Οι πολύπλοκες διαδρομές που ο ταραγμένος αυτός νους διένυσε από την πρώτη στιγμή της σύλληψης του καταχθόνιου σχεδίου μέχρι την έσχατη στιγμή της εκτέλεσής του, ανήκουν εσαεί στην ιστορία του δράστη. Και αυτή την ιστορία μόνο ως πλαστογράφος και μυθοπλάστης θα μπορέσει ο ειδικός να την αφηγηθεί. Ναι, πράγματι, είναι ένα ανατριχιαστικό έγκλημα. Ναι, πράγματι, ορισμένες εκφάνσεις της ψυχικής ασθένειας, όπως είναι το διωκτικό παραλήρημα της σχιζοφρένειας, μπορεί να οδηγήσουν σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Όμως, υπάρχει ένα μεγάλο ‘όμως’, που οφείλουμε ακόμα μια φορά να τονίσουμε. Τα αποτρόπαια εγκλήματα με δράστες ψυχικά ασθενή άτομα είναι σπάνια. Πολύ πιο σπάνια από ό,τι νομίζουμε. Είναι σπάνια και εξαιρετικά, όσο και αν το αδηφάγο βλέμμα της δημοσιότητας πέφτει σαν κοράκι πάνω τους για να τα αξιοποιήσει. Να τα μετατρέψει σε θέαμα, άξιο προσοχής, μεταφέροντας χιλιάδες περιττές λεπτομέρειες του εγκλήματος, που έντεχνα υποδαυλίζουν την έλξη της φρίκης. (…) Το σκηνικό, όμως, δεν είναι αθώο. Ένα παραπλανητικό στερεότυπο για μία ακόμη φορά ενδυναμώνεται: Η τρέλα συμβαδίζει με την επικινδυνότητα. Η ψυχική νόσος είναι ικανή από μόνη της να οδηγήσει το πλέον ειδεχθές έγκλημα. Στην πλάνη αυτή οφείλουμε να αντισταθούμε. (…)» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

«Αυτή η πρόσφατη ‘πατρο-μητρο-αδελφο-συγγενο-κτονία’ συγκεντρώνει και συγκεφαλαιώνει όλα τα στοιχεία μιας ανθρωποθυσίας, με στόχο την εξαφάνιση του ‘οίκου’ και του ‘γένους’ ταυτόχρονα. Ολική κάθαρση. Ο δράστης -πέραν των όποιων χαρακτηριστικών απόκλισης εκ του ‘φυσιολογικού’- αποφάσισε να ‘μείνει μόνος’ (γνωρίζοντας πολύ καλά ότι ο τελευταίος επιζών είναι πάντοτε και ο πρώτος ύποπτος). Στην περίπτωση αυτή, σίγουρα συναντάμε ψυχο-πάθεια. Η κοινωνιο-πάθεια, όμως, μιας κλειστής οικογένειας (που ούτε καν τον ψυχοπαθή δεν διακρίνει) πότε θα μας απασχολήσει;» διερωτήθηκε ο καθηγητής εγκληματολογίας Γ. Πανούσης (εφημερίδα «Τα Νέα» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Παραλληλισμό της υπόθεσης με τη «Φόνισσα» του Αλ. Παπαδιαμάντη έκανε ο καθηγητής Εγκληματολογίας στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Ν. Κουράκης, ο οποίος επισήμανε πως «στις δύο κυριότερες περιπτώσεις ψυχικών νόσων, δηλαδή τη σχιζοφρενική ψύχωση και τη μανιοκαταθλιπτικήψύχωση, τα άτομα που πάσχουν από τις ασθένειες αυτές βιαιοπραγούν κυρίως μέσα στο ίδιο το οικογενειακό τους περιβάλλον, όπου άλλωστε αναγκάζονται να αυτοαπομονωθούν, λόγω της ιδιόρρυθμης κοινωνικής τους συμπεριφοράς. Ειδικά, όμως, στη μανιοκαταθλιπτική ψύχωση ο δράστης που πάσχει από μελαγχολία σκοτώνει πολλές φορές ολόκληρη τη οικογένειά του ή άλλα προσφιλή πρόσωπα, όχι μόνο λόγω μόνο της κοινωνικής του απομόνωσης αλλά και διότι νομίζει μέσα στα παραληρήματά του, ότι έτσι θα απαλλάξει τους ανθρώπους αυτούς από κάποια δυστυχία που τους περιμένει. (…) Μια έξοχη περιγραφή αυτού του ψυχιατρικού φαινομένου μας δίνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στη ‘Φόνισσα’, όπου η γριά Χαδούλα σκοτώνει τα νεογέννητα ή μικρά κορίτσια, νομίζοντας ΄τι έτσι θα τα λυτρώσει από τα μελλοντικά του βάσανα» (εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος» – Σάββατο 10 Αυγούστου 1996).

Την Παρασκευή 9 Αυγούστου, ο Θ. Σεχίδης μεταφέρθηκε με σκάφος του Λιμενικού Σώματος από την Καβάλα στην Θάσο για την αναπαράσταση των φόνων. «Όταν ο φονιάς κατέβηκε από το περιπολικό σκάφος (…), το πλήθος που ανέμενε στην προβλήτα, κινήθηκε απειλητικά εναντίον του κι άρχισε να κραυγάζει. Ισχυρές αστυνομικές και λιμενικές δυνάμεις προσπάθησαν, σχηματίζοντας κλοιό γύρω του, να τον προστατέψουν από το μαινόμενο πλήθος και τους αγανακτισμένους κατοίκους του νησιού. Μαζί με τους ντόπιους και πολλοί παραθεριστές, οι οποίοι βρίσκονται στη Θάσο για τις διακοπές τους. Παρ’ ότι η ώρα της αναπαράστασης κρατήθηκε ‘μυστική’, χιλιάδες κόσμου είχαν κατακλύσει τον Λιμένα και τις τριγύρω περιφερειακές εξόδους του νησιού και τα τροχοφόρα σχημάτισαν ‘ουρές’ ακόμη και μπροστά στα καταστήματα του Λιμένα» περιγράφει γλαφυρά το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Τα Νέα», την επόμενη μέρα.

Αρχικά μεταφέρθηκε στον αρχαιολογικό χώρο, όπου για αρκετή ώρα περιέγραφε ψύχραιμα και αναλυτικά τον τρόπο με τον οποίο σκότωσε τον θείο του. Στο σημείο, είχαν συγκεντρωθεί δεκάδες δημοσιογράφοι, φωτορεπόρτερ και τηλεοπτικά συνεργεία, με αποτέλεσμα, σε κάποιο «διάλειμμα» της διαδικασίας, ο Θ. Σεχίδης να απευθυνθεί σε έναν ρεπόρτερ, λέγοντας: «Εσύ είσαι δημοσιογράφος, όχι αστυνομικός. Απαντώ μόνο σε αστυνομικούς. Νομίζω ότι για να γίνει καλύτερα η δουλειά, πρέπει εσείς να σταματήσετε. Γιατί δεν μπορώ να κάνω σωστή αναπαράσταση, όσο εσείς παίρνετε φωτογραφίες και τέτοια»!

Ακολούθως, μεταφέρθηκε στο σπίτι της οικογένειας στον Λιμένα για να συνεχίσει την αναπαράσταση και των τεσσάρων φόνων και να περιγράψει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τεμάχισε, κατόπιν, τα πτώματα.

Στις 10 Αυγούστου, ο Θ. Σεχίδης προσήχθη στο εισαγγελέα Πρωτοδικών Καβάλας Δ. Παπαγεωργίου και την επόμενη μέρα στον ανακριτή Λ. Τσιγκρή. Και στους δύο δήλωσε πως «δεν μετανιώνω για ό,τι έκανα, έπρεπε να το κάνω, βρισκόμουν σε αυτοάμυνα». Μετά τις απολογίες του, όπου εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο («μπορώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου, μόνος μου» τόνισε χαρακτηριστικά), αποφασίστηκε η προφυλάκισή του με τις κατηγορίες της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή, της παράνομης οπλοφορίας κατά συρροή, της παράνομης οπλοχρησίας, της περιύβρισης νεκρών κατά συρροή και της παράνομης κατοχής οπλισμού -η τελευταία αφορούσε στην υπόθεση της 21ης Ιουλίου. Βγαίνοντας, από το Δικαστικό Μέγαρο, εμφανίστηκε στους δημοσιογράφους χαμογελαστός και ήρεμος και έδινε πνευματώδεις απαντήσεις στις ερωτήσεις τους («χαμογελάτε, είναι μεταδοτικό» τους είπε!), καλώντας τους να κάνουν υπομονή μέχρι να αποκαλυφθούν όλες οι λεπτομέρειες της υπόθεσης.

Ταυτόχρονα, στην έκθεσή του, ο ψυχίατρος Αλ. Χουρμουζιάδης, που τον είχε εξετάσει τις προηγούμενες ημέρες με εντολή του εισαγγελέα, ανέφερε ότι ο Θ. Σεχίδης ήταν «ψυχικά άρρωστο άτομο, που χρήζει ψυχιατρικής παρακολούθησης». Ο ίδιος ο Θ. Σεχίδης θα πει λίγες μέρες μετά, για τη συνάντησή του με τον Αλ. Χουρμουζιάδη: «(…) Του εξήγησα του ψυχιάτρου, που ήρθε και με εξέτασε. Μιλήσαμε αρκετή ώρα. Αυτά που είπαμε είχαν περιοριστεί απόλυτα στο πλαίσιο της λογικής και της λογικής ακολουθίας. Κοίταξα μήπως είχε μηχάνημα ηχογράφησης, γιατί με συνέφερε να τα ηχογραφήσει, από την άποψη ότι όσα του είπα ήταν αληθινά και βασίζονταν απόλυτα στη λογική. Όταν βγήκε έξω από τη φυλακή είπε: ‘Είναι άρρωστος. Είναι τρελός…’. Αν είχαμε το μαγνητόφωνο και ακούγατε τα λόγια που μου είπε αυτός, θα καταλαβαίνατε πως αυτός είναι άρρωστος κι όχι εγώ. Μου έκανε ερωτήσεις υπερφυσικής. Σε σημείο που να νομίζω ότι προσπαθούσε να λύσει κάποια δικά του προβλήματα…» (συνέντευξη του Θ. Σεχίδη στην εφημερίδα «Τα Νέα» – Τρίτη 20 Αυγούστου 1996).

Την Δευτέρα 12 Αυγούστου, ο Θ. Σεχίδης μεταφέρθηκε στις Δικαστικές Φυλακές Κομοτηνής, όπου για προληπτικούς λόγους τοποθετήθηκε στην απομόνωση. Από τους αστυνομικούς ζήτησε μόνο «να ακούει Μπαχ ή, αν αυτό δεν είναι εφικτό, κλασική μουσική και να διαβάζει βιβλία» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» – Τρίτη 13 Αυγούστου 1996), ενώ για τη διατροφή του επέλεξε γάλα και όσπρια… Ωστόσο, η παρουσία του εκεί προκάλεσε προβλήματα, καθώς «δύο φορές κινδύνευσε (…) να λιντσαριστεί, βγαίνοντας στο προαύλιο των φυλακών» (εφημερίδα «Τα Νέα» – Παρασκευή 16 Αυγούστου 1996). Στις 23 Αυγούστου, μετήχθη εκτάκτως στις Δικαστικές Φυλακές Διαβατών Θεσσαλονίκης, προκειμένου να εξεταστεί από τους ψυχιάτρους Γ. Καπρίνη και Χρ. Σκαρόπουλο, ώστε να αποφανθούν αν είναι σχιζοφρενής και επομένως θα έπρεπε να νοσηλευτεί σε ψυχιατρικό κατάστημα. Η μεταγωγή του συνοδεύτηκε από έντονες αντιδράσεις εκ μέρους των εκεί κρατουμένων, με αποτέλεσμα ο διευθυντής των φυλακών να αναγκαστεί να εκκενώσει ένα θάλαμο 40 ατόμων, για να τοποθετηθεί εκεί, μόνος, ο Θ. Σεχίδης.

Στο μεταξύ, ήδη από τις 8 Αυγούστου είχαν αρχίσει οι έρευνες για να εντοπιστούν οι σακούλες (κατ’ άλλους 34, κατ’ άλλους 36) με τα τεμαχισμένα μέλη των τεσσάρων θυμάτων, στη χωματερή της Νέας Καρβάλης Καβάλας. Λόγω του γεγονότος ότι οι σακούλες είχαν πεταχτεί εκεί πριν από, περίπου, τρεις μήνες, η προσπάθεια για την ανεύρεσή τους ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς υπολογίστηκε πως τα συνεργεία έπρεπε να σκάψουν σε βάθος τουλάχιστον 10-12 μέτρων μέσα στους όγκους των σκουπιδιών. Τελικά, οι σακούλες αυτές δεν βρέθηκαν ποτέ…

Συνέντευξη του Θ. Σεχίδη στην εφημερίδα «Τα Νέα»

Τη Δευτέρα 19 Αυγούστου και την Τρίτη 20 Αυγούστου 1996, η εφημερίδα «Τα Νέα» δημοσίευσε, σε δύο συνέχειες, μια πολύ ενδιαφέρουσα και εκτενή συνέντευξη του Θ. Σεχίδη στον δημοσιογράφο Κ. Παπαπέτρου. Στη συνέντευξη αυτή, ο Θ. Σεχίδης είπε, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Για την αδελφή του Ερμιόνη
«(…) Υπάρχει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, όπου διαδραματίζονται πολλά γεγονότα πριν από… τη ‘μάχη’, ας την πούμε έτσι… Τα τυπικά στοιχεία. Δάσκαλος ο πατέρας μου και νοικοκυρά η μητέρα μου. Η αδελφή μου η Ερμιόνη ή Έμμυ, στην α’ Λυκείου έπεσε σε μια βαριάς μορφής σχιζοφρένεια, που τη συνόδευε μέχρι τα τελευταία της ζωής της τώρα εδώ και η οποία δημιουργούσε μια επικινδυνότητα απέναντι στους άλλους. Έκανε θεραπεία με φάρμακα συστηματικά. Δεν υπήρχε κληρονομικότητα στην οικογένεια. Εμφανίσθηκε εντελώς ξαφνικά, δηλαδή δεν γεννήθηκε άρρωστη η κοπέλα. Το άτομο, από τη στιγμή που αρρώστησε, άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά. Έπασχε από σοβαρότατη μορφή σχιζοφρένειας. Σε σημείο που της δημιουργούσε παραισθήσεις και πίστευε ότι ψηλώνει ξαφνικά ή ότι κονταίνει. (…) Σ’ ένα σημείο δημιούργησε ένα χρόνιο πρόβλημα επιβίωσης ανάμεσα στην οικογένεια και δεύτερον πάλι, έως ένα σημείο, ενδεχόμενο διάλυσης. Αλλά δεν την έκλειναν σε ένα ίδρυμα. Ο βασικός λόγος ήταν διότι δεν ήθελαν να γίνει γνωστή η ασθένειά της. Ήθελαν να την κρύψουν και το μυστικό να μείνει μέσα στην οικογένεια. Ήταν άλλο ένα ένοχο οικογενειακό μυστικό Κι επειδή δεν μπορούσαν να την περιορίσουν μέσα στα όρια του σπιτιού, έπρεπε συχνά να τρώει ξύλο από τον πατέρα μου, επειδή δημιουργούσε μια κατάσταση πάρα πολύ άσχημη. Εγώ, αν και τρία χρόνια μικρότερός της, προσπάθησα ν’ ασχοληθώ μαζί της από την άποψη την ψυχιατρική… Γιατί ασχολήθηκα και με ψυχιατρική ως ένα σημείο – ψυχολογία περισσότερο… Και αυτό σε πλήρη αντίθεση με τους άλλους της οικογένειας, που προσπαθούσαν με φάρμακα και με ξύλο να την περιορίσουν στο σπίτι. Όσο περνούσαν τα χρόνια, η κατάστασή της χειροτέρευε. Σε σημείο που κάποια μέρα, χωρίς αιτία, με χτύπησε μ’ ένα ποτήρι στο γόνατο και μ’ έσχισε. (…) Επειδή στο χωριό οι γείτονες την έβλεπαν σ’ αυτή την κατάσταση, πίστευαν ότι έπαιρνε ναρκωτικά, δεν ήξεραν ότι το παιδί ήταν σχιζοφρενές. Τα φάρμακα που έπαιρνε ήσαν τόσα πολλά και βαριά, που ήσαν κανονικά ναρκωτικά… Οι γονείς μου είχαν απομονωθεί κοινωνικά, λόγω του προβλήματος της αδελφής μου. Η αρρώστια της δεν τους επέτρεπε κοινωνικές σχέσεις. Ο πατέρας για να μπορέσει να την υποφέρει, αναγκάζεται κι αυτός να παίρνει από τα δικά της λίγα ψυχοφάρμακα. Τα έχει ανάγκη… Η μητέρα δεν έχει τίποτα άλλο να κάνει από το να υπομένει όλη αυτή την κατάσταση και βέβαια την κοινωνική απομόνωση και πολλές καταστάσεις βίας μέσα στο σπίτι».

Για τη μητέρα του
«(…) Το ζήτημα, άσχετο με αυτό της αδελφής μου, ξεκίνησε πριν από τέσσερα χρόνια, εντελώς τυχαία. Κάποια ημέρα, κρυφακούγοντας για την κατάσταση της αδελφής μου, άκουσα να λένε οι γονείς μου ότι δεν είμαι παιδί της μητέρας μου. Ότι, δηλαδή, ο πατέρας μου με είχε κάνει με κάποια άλλη γυναίκα και στη συνέχεια μεγάλωσα στην οικογένεια ως παιδί των γονιών που γνώρισα. Συγκεκριμένα έλεγαν πως το γεγονός ότι δεν μου είχαν αναφέρει ποια είναι η αληθινή μου μητέρα, ίσως μου δημιουργούσε αργότερα κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα, όπως της αδελφής μου. Είπαν, μάλιστα, μήπως είναι θεοδικία προς την πλευρά του η αρρώστια της Έμυς, επειδή δεν μου είχαν αναφέρει την αλήθεια για την πραγματική μου μητέρα. Μόλις τα’ άκουσα όλα αυτά, καταλαβαίνεις πώς ένιωσα. Δεν μπορούσα να φαντασθώ κάτι τέτοιο. Ήξερα, βεβαίως, πως από την πλευρά της μητέρας μου δεν είχα ποτέ την τροφοδοσία αυτού που ονομάζεται αγάπη… Είχα μόνον την κανονική φροντίδα που με μεγάλωσε, αλλά δεν είχα νιώσει ποτέ πραγματική μητρική αγάπη… Δεν μπορούσα όμως απ’ αυτό να υποψιασθώ ότι δεν είναι η πραγματική μου μητέρα. Μέχρι που το άκουσα ξαφνικά από τον ίδιο μου τον πατέρα, έξω από την κουζίνα, πριν από τέσσερα χρόνια. Ήμουν εξώγαμο του πατέρα μου και με δώσανε μόλις γεννήθηκα στη γυναίκα μου, που γνώρισα ως μητέρα μου…

»(…) Ο πατέρας μου δεν κατονόμαζε τη γυναίκα με την οποία με είχε κάνει. Κι ακόμη δεν την ξέρω… Εγώ αμέσως τους είπα φυσικά ότι είχα ακούσει τη συζήτησή τους, ξέρω πλέον ότι δεν είμαι παιδί της μητέρας μου και ότι θέλω να με πάτε στην πραγματική μου μητέρα… Όταν το άκουσαν, έπαθαν κι αυτοί σοκ όπως είχα πάθει κι εγώ λίγο πριν… Μου το ξέκοψαν από την αρχή και μου είπαν πως αν γινόταν αυτό, το γεγονός θα διέλυε εντελώς την οικογένεια. Παραδέχθηκαν ότι δεν ήταν η πραγματική μου μητέρα και μου είπαν ‘θα πρέπει να το ξεχάσεις… Αν το προχωρήσουμε, θα πρέπει να διαλυθεί η οικογένεια’. Εγώ όμως επέμενα. Γιατί, τι ποιο λογικό και δίκαιο από το να θέλεις να μάθεις ποια είναι η μητέρα σου.

»Πέρασε ένας χρόνος με συνεχείς καβγάδες να με πείσουν ν’ αφήσω το θέμα στην άκρη… Ύστερα από ενάμιση χρόνο, κι επειδή εγώ συνέχιζα να επιμένω να γνωρίσω την πραγματική μου μάνα, αποφάσισαν να το γυρίσουν και να μου πουν ότι δήθεν εγώ είχα ακούσει λάθος και ούτε λίγο ούτε πολύ προσπάθησαν να με βγάλουν τρελό. (…)

»Επέμεναν, λοιπόν, να κλείσει το θέμα. Αν είχα ένα μαγνητόφωνο… Τα είχα γράψει, βέβαια, στην ψυχή μου αυτά που είχα κρυφακούσει, αλλά μιλάμε για το αυστηρά νομικό πλαίσιο…

»(…) Η πραγματική μου μάνα που τα βλέπει όλα αυτά ξέρει, αλλά δεν μιλάει… Καίγεται ,αλλά τι να πει; Όμως για μένα δεν είναι πλέον τόσο οδυνηρό, γιατί δεν βρίσκονται πλέον εν ζωή τα άτομα τα οποία μου το θύμιζαν. Δεν βλέπω, δηλαδή, την ψεύτικη τη μάνα μου για να μου θυμίζει την αληθινή… Ούτε τον πατέρα μου, που μ’ έσπειρε…»

Ο ρόλος του θείου
«Η κατάσταση αυτή συνεχιζόταν μέχρι που άρχισαν να φέρνουν τον θείο μου από το εξωτερικό. Γιατί οι ίδιοι μου ασκούσαν βία με τα λόγια, αλλά επειδή εγώ επέμενα, ήθελαν να μου ασκηθεί σωματική βία. Γιατί ο πατέρας μου δεν είναι τέτοιος χαρακτήρας. Στην αδελφή μου ασκούσε σωματική βία, όχι σε μένα. Όταν ήθελε να ασκήσει σωματική βία σε μένα, έφερνε τον θείο μου. Τον είχε σαν μπράβο… Είχε έρθει 3-4 φορές ο θείος μου. Με απειλούσε πάντα… Μια φορά πιαστήκαμε, με έπιασε από τα μαλλιά κ.λπ.

»Όταν ερχόταν ο θείος μου, μου έλεγε: ‘Ξέχνα το πρόβλημα της μητέρας σου, γιατί θα έχεις προβλήματα’. Απειλές, απειλές, μέχρι σωματικής βίας… Τα τέσσερα αυτά χρόνια αυτό γινόταν, οπότε φτάνουμε στην τελευταία περίπτωση, τον περασμένο Μάιο, που ξέρω ότι ήρθαν συνωμοτώντας να με βγάλουν από τη μέση, για να κλείσει το θέμα, αφού δεν υπήρχε άλλη λύση, μια κι εγώ επέμενα.

»(…) Έπρεπε να φύγω από τη μέση με κάθε τρόπο. Είχαν το στίγμα από το πρόβλημα της αδελφής μου, αν προστίθετο και το δικό μου, θα ήταν καταστροφή. Θα αποδεικνυόταν ότι ο πατέρας μου, ο ατσαλάκωτος διευθυντής του σχολείου, στη ζωή του ήταν ένας βρώμικος άνθρωπος. Εξάλλου, έξω στην κοινωνία, έτσι κι αλλιώς, δεν τον πολυσυμπαθούσαν. Λίγες μέρες πριν γίνει το κακό, 3-4 μέρες νομίζω, βρισκόμουν (…) στην Κομοτηνή, όταν ξαφνικά, χωρίς να τους περιμένω, έρχονται ο πατέρας μου με τον θείο μου. Έρχονται δήθεν για να πάρουν το αυτοκίνητο του πατέρα μου, που το είχα εγώ. Εγώ ξαφνιάστηκα. Είχα να δω τον θείο μου ένα, ενάμιση χρόνο, περίπου, αφότου είχε έρθει την τελευταία φορά και πάλι να ασκήσει σωματική βία πάνω μου, ώστε να καλύψουν το θέμα της καταγωγής μου… Εγώ, μόλις τον είδα, κατάλαβα πως δεν είχε έρθει για το αυτοκίνητο. Αλλά τα τυπικά, τυπικά. Καθήσαμε, είπαμε διάφορα, φάγαμε μαζί και πριν φύγουν μου είπαν πως μόλις φτάσουν στη Θάσο, την ίδια κιόλας ημέρα, αν μπορούσα να τους έπαιρνα τηλέφωνο να μιλήσουμε. Εγώ, για ν’ αποφύγω δυσάρεστες εξελίξεις, καθυστέρησα μια ημέρα να τους τηλεφωνήσω, αλλά πάλι σκέφθηκα ότι μπορεί να ξανάρχονταν στην Κομοτηνή και τελικά τηλεφώνησα στο σπίτι.

»Μου είπαν πως έπρεπε να πάω αμέσως στη Θάσο για να μιλήσουμε. Τώρα πια επαληθεύονταν οι υποψίες μου. Έκανα μια τελευταία προσπάθεια ν’ αρνηθώ και να τους δώσω να καταλάβουν ότι είχα καταλάβει το σχέδιό τους, αφού το πράγμα είχε γίνει πλέον φανερό˙ όμως επέμεναν. Κι έτσι, την επομένη, 18 Μαίου, πήγα στη Θάσο, στον Λιμένα. Τους βρήκα όλους μαζεμένους στο σπίτι. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά και η συμπεριφορά τους έδειχνε πως έψαχναν δικαιολογία για καβγά. Ήσαν εριστικοί από την πρώτη στιγμή που έφτασα κι όταν το βράδυ πήγα στο δωμάτιό μου για να κοιμηθώ, διαπίστωσα ότι μου είχαν πετάξει τις περισσότερες ζωγραφιές μου και όλες τις φωτογραφίες μου που είχα από μικρός.

»Ε, εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε κανονικά, κοιμήθηκε και ο θείος στο σπίτι κι όταν ξημέρωσε ξανάρχισαν οι λογομαχίες και οι απειλές σωματικής βίας από τον θείο. Μέχρι που κάποια στιγμή ο θείος μού λέει ότι θέλει να πάμε μια βόλτα πάνω στο αρχαίο θέατρο».

Μετά τις δολοφονίες
«Σκότωσα τα θύματά μου, αμυνόμενος. (…) Υπήρξε οικογενειακή συνομωσία. (…) Δεν πήγα αμέσως στην αστυνομία να παραδοθώ επειδή, πρώτον, ήταν τόσο απίστευτο το να πεις ότι ήταν συνομωσία και καθάρισες πέντε άτομα και δεύτερον: όχι μόνο ήταν το απίστευτο, αλλά λέω θα προκαλέσει τέτοιο σοκ, που καλύτερα να το αφήσω το ζήτημα να κατασταλάξει για λίγο χρονικό διάστημα και έπειτα να πάω να το αναφέρω στην αστυνομία, ούτως ώστε να μη σοκαριστεί ούτε η γειτονιά ούτε οι αστυνομικοί ούτε η κοινή γνώμη…

»(…) Η θεία μου (σ.σ.: η Ελένη Σεχίδη) ήξερε το μυστικό, αλλά εγώ θα ‘καθάριζα’ άτομο, από το οποίο απειλείτο η ζωή μου. Αν δεν απειλείτο η ζωή μου από τη θεία μου δεν θα την ‘καθάριζα’. Αν έρχονταν στο σπίτι να με ‘καθαρίσουν’… Γι αυτό πήρα κι εγώ το δεύτερο όπλο… Οπωσδήποτε εγώ θα αμυνόμουνα, κατάλαβες… Πήγα να δω τη θεία μου (σ.σ.: στην Φλώρινα), γιατί με έπαιρνε συνέχεια τηλέφωνο. Για ν’ αποφύγω να έρθει αυτή στον Λιμένα και να γίνει και κάποιο άλλο κακό. Λέω: ‘Καλύτερα να την προλάβω στη Φλώρινα να μιλήσουμε, παρά να έρθει εδώ στη Θάσο με κάποιον άλλο συγγενή κι έχουμε κι άλλα πτώματα στη συνέχεια.

»(…) Η ώρα της κρίσης και της τιμωρίας δεν με απασχολούσε καθόλου. Πρώτον, η λύτρωση απ’ αυτούς είχε επέλθει σε μένα. Και δεύτερον, όταν ξέρεις ο ίδιος ότι έχεις το δίκιο με το μέρος σου, απλά δεν ανησυχείς. Εγώ κοιτάζω να τα έχω πρώτα καλά με τη συνείδησή μου κι έπειτα με οποιονδήποτε άλλο. Προστάτευσα την ίδια μου τη ζωή από άτομα, τα οποία ήταν εντελώς εσφαλμένα ως προσωπικότητες μέχρι σημείου διαφθοράς.

»Τα πτώματα βρίσκονται όλα στον σκουπιδότοπο. Από τότε που τα πέταξα μέχρι τώρα έχουν πέσει εκεί τόνοι και τόνοι σκουπίδια και μου έχουν πει ότι μπορεί να έχουν πάει μέχρι 5-6- μ. βάθος. Εγώ τους υπέδειξα το σημείο όπου είναι θαμμένα, αλλά η μπουλντόζα όταν πηγαίνει να τα σκεπάσει τα σπρώχνει και μπορεί να έχουν πάει στην άλλη άκρη της χωματερής. Αν έλεγα ψέματα δεν θα ‘λέγα και για τον θείο; Ό,τι λέω είναι αλήθεια και όπως το λέω έχει συμβεί… Είπαν πως τους πάγωσε το συνεχές χαμόγελο που είχα και ότι ήμουν απόλυτα ψύχραιμος. Μα αφού ό,τι λέω είναι αλήθεια, δεν έχω άγχος. Και δεν έχω και τύψεις, γιατί (…) τον θείο τον φέρανε απ’ έξω με σκοπό να με βγάλει από τη μέση. Ήταν μια οικογενειακή συμφωνία… Θα μπορούσε το ζήτημα να είχε λήξει αλλιώς, να είχα φύγει από το σπίτι και να μην είχε γίνει τίποτα απ’ όλα αυτά. Όμως όταν τους έλεγα να μ’ αφήσουν να φύγω, να ζήσω όπως θέλω και ν’ αποφύγω αυτή την κωμωδία, που στην πραγματικότητα ήταν μια ατέλειωτη τραγωδία, δεν με άφηναν να φύγω».

Ρασοφόροι και σατανιστές
«Την ημέρα του φονικού είπαν πως με είδαν να κυκλοφορώ με το αυτοκίνητό μου με πέντε ρασοφόρους. Το τι έχω ακούσει και το τι έχω διαβάσει δεν λέγεται… (…) Αν ήμουν με πέντε παπάδες, το πρώτο πράγμα που θα ‘πρεπε να κάνουν, είναι να ψάξουν ποιοι είναι αυτοί οι πέντε παπάδες της Θάσου. Αυτό δεν είναι λογικό. Ο Θάσος έχει έναν παπά…

»(…) Τη μια λένε πως με είδαν την ημέρα του φονικού με πέντε παπάδες -οι παπάδες ανήκουν στην κανονική θρησκεία- και την άλλη λένε για παραθρησκευτική οργάνωση (…) ή για σατανισμό. Όποιοι τα λένε αυτά, μόνον το γέλιο προκαλούν. Για τους παπάδες, που λένε, την ημέρα που τους σκότωσα, τι να πω… Εμένα, εκείνη την ημέρα δεν μου περίσεψε χρόνος για οτιδήποτε άλλο…»

Η αντίδραση του κόσμου
«Την αντίδραση του κόσμου την είδα αστεία. Αστεία και γελοία, διότι δεν μπορείς κατευθείαν ν’ αποδοκιμάζεις κάποιον πριν γνωρίσεις τι ακριβώς έχει γίνει. Ξέρεις ότι υπάρχουν πέντε πτώματα, ότι υπάρχει ένας δράστης, που τους έχει ‘καθαρίσει’. Ξέρεις, όμως, γιατί έχει γίνει αυτό το φονικό και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε; Θέλω να καταλάβω αυτόν που με αποδοκίμαζε: αν πάει κάποιος και τον απειλήσει να τον σφάξει με μαχαίρι κι έχει όπλο, θα του πει του άλλου ‘Σφάξε με…’; Δεν θα του πει έτσι».

Η ποινή
«Η ποινή μπορεί να είναι από ισόβια μέχρι θανατική. Και η θανατική δεν με φοβίζει καθόλου. Είμαι πρόθυμος να την ακολουθήσω με χαμόγελο. Ίσως τότε χαμογελώ πιο πολύ απ’ όταν με συνέλαβαν. Από τη στιγμή που έχω το δίκιο με το μέρος μου, θα φύγω απ’ αυτόν τον κόσμο, ξέροντας ότι στον άλλο που θα πάω δεν θα ‘χω κανένα πρόβλημα… Εγώ αυτό που περιμένω είναι η θανατική ποινή. Σε ποια περίπτωση; Στην περίπτωση που δεν γίνουν πιστευτά αυτά τα οποία λέω…»


«Μια καλύβα σε ένα δάσος»
Έξι μήνες αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1997, κι ενώ εκκρεμούσε ακόμα η διεξαγωγή της δίκης του, ο Θ. Σεχίδης έδωσε μία ακόμα συνέντευξη στον δημοσιογράφο Κ. Ρόκκο για το περιοδικό «Max». Στην συνέντευξη αυτή, ο Θ. Σεχίδης αναφέρθηκε κυρίως στη ζωή του στη φυλακή, στον ρόλο των Μ.Μ.Ε. στην υπόθεσή του, στις σχέσεις του με τους συγγενείς και τους συγχωριανούς του, την επικείμενη δίκη του και πώς θα αντιμετώπιζε τη ζωή του αν το δικαστήριο τον αθώωνε:

«Έχω ηρεμήσει. Έχω μπει στην ατμόσφαιρα της φυλακής και περιμένω, πλέον, τη δίκη. Αν και τα’ αποτελέσματα, σχεδόν, τα γνωρίζω εκ των προτέρων. (…) Ξέρω πολύ καλά (…) τι με περιμένει στη δίκη. (…) Έχει γίνει πραγματογνωμοσύνη από δύο ψυχιάτρους. Οι προφορικές εξετάσεις έχουν τελειώσει, κάναμε δηλαδή κάτι συζητήσεις, έχω βγάλει και εγκεφαλογράφημα, αλλά δεν γνωρίζω ακόμη τα αποτελέσματα. Αυτά τα αποτελέσματα θα δοθούν στην εισαγγελία »(…) και στη συνέχεια θα οριστεί η ημερομηνία της δίκης. Εγώ, βέβαια, το αποτέλεσμα το ξέρω. Εις θάνατον: αυτό περιμένω.

»(…) Η ημέρα μου στη φυλακή περνάει με λίγο διάβασμα, λίγη τηλεόραση (…). Φασαρίες δεν δημιουργούνται και δεν έχουμε προβλήματα. (…) Με τους άλλους κρατούμενους, οι σχέσεις μου είναι καλές. Δεν έχω κανένα πρόβλημα αν και στο κελί είμαστε πολλοί, δέκα άτομα. Ζήτησα ν’ αλλάξω θάλαμο, αλλά δεν μ’ αλλάζουν. Το θέμα είναι ότι δεν έχω πρόβλημα μ’ αυτούς. Θα ήθελα να ήμουν μόνος μου. Το ‘χω ζητήσει, αλλά μέχρι στιγμής δεν μου έχουν απαντήσει.

»(…) Η φυλακή είναι χώρος τιμωρίας. Όμως έχω ηρεμήσει. Κι αν βρισκόμουνα μόνος σ’ ένα κελί, θα επέμενα να μείνω μέσα ακόμη κι αν ήθελαν να με βγάλουν έξω. Τόσο πολύ ευχαριστημένος θα ήμουνα, αλλά με την προϋπόθεση να ήμουνα μόνος.

»(…) Δεν παίρνω εφημερίδα και δεν ξέρω τι γράφουν για μένα. Αλλά νομίζω πως ό,τι έχει γραφτεί μέχρι τώρα είναι εσφαλμένο. (…) Όλοι οι άλλοι μιλάνε από μόνοι τους, χωρίς να έχω μιλήσει εγώ μαζί τους. Ό,τι γράφουν είναι εσφαλμένο. Λένε για σατανισμούς, ότι έχω πετάξει στη θάλασσα τα πτώματα, ότι τα έχω πετάξει στο βουνό, γράφουν ό,τι θέλουν.

»(…) Όλους αυτούς τους μήνες της φυλακής με κανέναν συγγενή μου δεν έχω επικοινωνήσει. (…) Φρόντισαν κάποιοι να επικοινωνήσουν, αλλά ίσως τους έχω αποκρούσει. Έχω κάνει δήλωση ότι δεν δέχομαι επισκέψεις, ούτε τηλεφωνήματα από συγγενείς, από κανέναν. Δεν θέλω κανέναν, γιατί θα μου χαλάσουν την ησυχία μου, τίποτε άλλο. (…) Είχε έρθει να με δει κάποια κοπέλα δυο φορές και δεν την δέχτηκα. Είναι κάποια ξαδέλφη μου και τους έχω πει ότι δεν δέχομαι επισκέψεις. Διότι μόνο προβλήματα μπορούν να δημιουργήσουν. Μου ζητάνε περιουσιακά και τέτοια. Δηλαδή, μόνο κέρδος θέλουν. Για κτήματα, για ελιές και τέτοια (…) Ένας άλλος από την Καβάλα είπε πως είναι ξάδελφός μου, βγήκε σε μια τηλεοπτική εκπομπή, (…) κι έλεγε διάφορα. Εγώ δεν έχω κανέναν εξάδελφο, ούτε φίλο στην Καβάλα. Άτομο που μου είναι παντελώς άγνωστο. Βγαίνουν διάφοροι και μιλάνε, γιατί θέλουν να προβληθούν. (…) Ό,τι χρειάζομαι, μπορώ να το έχω. Χρηματικώς είμαι εξασφαλισμένος και δεν αντιμετωπίζω κανένα απολύτως πρόβλημα. (…) Η στάση των συγχωριανών μου αυτούς τους μήνες δεν έχει αλλάξει καθόλου, ούτε μ’ ενδιαφέρει άλλωστε. Ανέκαθεν δεν είχα επικοινωνία μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Ήμουν ξένος στο χωριό, μόνος μου ζούσα, δεν είχα δηλαδή παρέες και φίλους κι ούτε μ’ ενδιαφέρει. Αδιαφορώ εντελώς.

»(…) Το «εις θάνατον» δεν θα είναι μια δίκαιη τιμωρία, γιατί εγώ ξέρω την αλήθεια. Αλλά, εφόσον το δικαστήριο δεν θα μπορέσει να πειστεί για την άμυνα, δεν γίνεται αλλιώς. Εγώ γνωρίζω ότι ήταν άμυνα. Αλλά τόσο ακραία και τόσο οριακά που ήταν όλα τα γεγονότα όπως εξελίχθηκαν, δύσκολα άλλος πιστεύει ότι επρόκειτο για άμυνα. Ούτε σε κινηματογραφικές ταινίες δεν συμβαίνουν τόσο ακραίες περιπτώσεις. Ούτε στις ταινίες… Οπότε καταλαβαίνω ότι, εφόσον το δικαστήριο δεν θα πειστεί ότι επρόκειτο για άμυνα, θα με καταδικάσει σε θάνατο. Υπάρχουν πέντε πτώματα. (…) Φυσικά, δεν είναι το ίδιο αν σκοτώσεις δέκα άτομα αντί για ένα. Σ’ εμένα, όμως, υπήρχε η άμυνα σε όλες τις περιπτώσεις. Ό,τι έκανα το έκανα ευρισκόμενος σε άμυνα. Τώρα, αν έχουν πειστεί γι αυτό οι ανακριτές και οι εισαγγελείς που έκαναν την ανάκριση, αυτό το ξέρουν οι ίδιοι. (…) Νομίζω ότι έκανα το πιο σωστό. Επιβεβαιώνω, με το παραπάνω μάλιστα, την αρχική μου απόφαση ότι έπραξα το σωστό. Έσωσα τη δική μου ζωή. Αυτό είναι. (…) Ό,τι έκανα το είχα μελετήσει πολύ καλά. Τους σκότωσα με απόλυτη λογική. Αυτό θα το στηρίξω και στο δικαστήριο, ότι δηλαδή ήξερα τι έκανα. Όχι εν βρασμώ ψυχής, αλλά με απόλυτη λογική.

»(…) Τι θα έκανα αν έβγαινα έξω; Λοιπόν, θα έφτιαχνα μια καλύβα σ’ ένα δάσος και θα πήγαινα να ζήσω εκεί. Αυτό θα έκανα. Ήρεμα κι ωραία, να μην πειράζω κανέναν και να μην με πειράζει κανείς…(…)»

Η δίκη
Η δίκη για την πενταπλή δολοφονία της Θάσου, πραγματοποιήθηκε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (Κακουργιοδικείο) Δράμας στις 20 Ιουνίου 1997. Ο Θ. Σεχίδης είχε αρνηθεί να ορίσει συνήγορο υπεράσπισης κι έτσι το ρόλο αυτό ανέλαβε ο αυτεπαγγέλτως διορισθείς δικηγόρος Καβάλας Τάσος Κοεμτζίδης.

Οι πρώτοι μάρτυρες που κατέθεσαν ήταν οι αστυνομικοί της Θεσσαλονίκης στους οποίους ο κατηγορούμενος ομολόγησε τα εγκλήματά του και ακολούθησε η Ελένη Σεχίδη (Γυμνοπούλου), που εξιστόρησε τον τρόπο με τον οποίο έζησε την υπόθεση, μέχρι να αποκαλυφθούν τα εγκλήματα. «Ο φονιάς (…) με συνάντησε στη Φλώρινα και, όταν τον ρώτησα σχετικά, είπε ότι ο άντρας μου έφυγε για Ιταλία, ενώ οι γονείς του, αδελφή του και η γιαγιά του για τη Γερμανία, για λόγους υγείας. Τότε τον υποπτεύθηκα, καθώς υποστήριξε ότι μπορεί να εγκατασταθούν εκεί μόνιμα» κατέθεσε, μεταξύ άλλων. Ακολούθως, ο Π. Μπάρμπης, γνωστό του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε πως «ο Θεόφιλος είχε μπλέξει με σατανισμό», ενώ φίλοι και συγγενείς της οικογένειας Σεχίδης ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος ήταν «καλό παιδί, που όμως κάποια στιγμή άλλαξε και έγινε παράξενος», πως «ήταν άριστος φοιτητής, που όμως μισούσε τον πατέρα του» και ότι ήταν «ευφυής νέος, ο οποίος άρχισε να τρελαίνεται, όπως είχε συμβεί νωρίτερα στη μεγαλύτερή του αδελφή».

Ο καθηγητής ψυχιατρικής Γ. Καπρίνης, που μαζί με τον ψυχίατρο Χρ. Σκαρόπουλο είχαν παρακολουθήσει τον Θ. Σεχίδη επί πέντε μήνες και είχαν συντάξει σχετική πραγματογνωμοσύνη σύμφωνα με την οποία ο 24χρονος φοιτητής «είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών του, είναι άτομο προσανατολισμένο στο χώρο, το χρόνο και τον εαυτό του και έχει καλά οργανωμένο λόγο, απαντά με ευθύτητα, έχει χιούμορ, απουσιάζει όμως το συναίσθημα» κατέθεσε στη δίκη, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι πάσχει από σχιζότυπη διαταραχή, αλλά δεν είναι σχιζοφρενής. Θα μπορούσε να αναπτύξει σχιζοφρένεια, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Η αδελφή του ήταν σχιζοφρενής. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι στην περίπτωσή του είχε μειωμένες αντιστάσεις στην ιδέα διάπραξης των εγκλημάτων. Πάντως, δεν χρήζει θεραπευτικής αγωγής. Στις συζητήσεις που κάναμε μας είπε ότι είχε τη γνώμη πως είναι νόθο παιδί και γι αυτό ήθελε να τους εξοντώσει». Με τη σειρά του, ο Χρ. Σκαρόπουλος συμπλήρωσε ότι «η οικογένεια Σεχίδη είχε πολλές ιδιομορφίες και ο Θεόφιλος διαβίωσε σχε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες».

«Δεν μετανιώνω για τίποτε» ήταν η μόνιμη επωδός του ίδιου του δράστη, κατά τη διάρκεια της τρίωρης απολογίας του, όπου αναλυτικά περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο σκότωσε τους πέντε συγγενείς του και στη συνέχεια τεμάχισε τα πτώματα και τα έριξε στην χωματερή της Καβάλας για να καταλήξει: «Τους σκότωσα γιατί δεν μου αποκάλυπταν ποια ήταν η πραγματική μου μητέρα».

Η υπεράσπιση «δήλωσε ανήμπορη να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο, αφ’ ενός γιατί ο ίδιος δεν βοηθούσε προς αυτή την κατεύθυνση και αφ’ ετέρου επειδή δεν είχαν τον απαιτούμενο χρόνο να ψάξουν το θέμα της ψυχικής υγείας» (εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» – Σάββατο 21 Ιουνίου 1997). Στη συνέχεια, το λόγο πήρε ο εισαγγελέας της έδρας Ζαχ. Μουράτης, ο οποίος χαρακτήρισε τον κατηγορούμενο «χρονίως επικίνδυνο εγκληματία κι άτομο αδιάφορο με αμβλεία συνείδηση» και πρόσθεσε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις αρμόζει η θανατική ποινή. Εν τέλει, μετά από μόλις 11 ώρες ακροαματικής διαδικασίας, το δικαστήριο βρήκε τον κατηγορούμενο ομόφωνα ένοχο για όλες τις κατηγορίες και εξέδωσε την απόφασή του, σύμφωνα με την οποία καταδίκαζε τον Θ. Σεχίδη σε μία φορά ισόβια κάθειρξη για κάθε έναν από τους πέντε φόνους, συνολική ποινή φυλάκισης επτά ετών και πέντε μηνών και πρόστιμο 360.000 δρχ. για την περιύβριση νεκρού κατά συρροή, την οπλοφορία, την οπλοχρησία και την οπλοκατοχή, ενώ επιδίκαζε και 50 εκατ. δρχ. ως αποζημίωση σε καθένα από τους πολιτικούς ενάγοντες (την Ελένη Σεχίδη και τον γιο της Θεόφιλο).

Το εγκεφαλογράφημα του δράστη
Ένα ενδιαφέρον στοιχείο, που παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, ήταν μια γνωμάτευση του ακτινολόγου-ειδικού νευρακτινολόγου Χρ. Παπαγιάννη (τέως επιμελητή του Atkinson Norley’s Hospital του Λονδίνου) η οποία είχε γίνει στις 2 Ιουνίου 1992 σε αξονική τομογραφία του εγκεφάλου του Θ. Σεχίδη και κατατέθηκε από την υπεράσπιση. Στη γνωμάτευσή του αυτή, ο Χρ. Παπαγιάννης σημείωνε ότι «έγιναν τομές από τη βάση προς την κορυφή του κρανίου. Από τη μελέτη της σειράς των εικόνων προκύπτουν τα εξής: Στις τομές που αναδεικνύουν το προσωπικό κρανίο σημειώνεται η υπερανάπτυξη των μετωπιαίων κόλπων. Στις υποσκηνίδιες τομές δεν παρατηρούνται παθολογικά ευρήματα. Στις υπερσκηνίδιες τομές παρατηρείται μεγάλου βαθμού ατροφία του φλοιού των μετωπιαίων λοβών, με συνοδό διεύρυνση του υπαραχνοειδούς χώρου της κυρτότητας αυτών και της πρόσθιας ημισφαιρικής σχισμής, αλλοιώσεις οι οποίες δεν είναι συμβατές με την ηλικία του ασθενούς». Ο γιατρός γνωμάτευε, δηλαδή, ότι στον εγκέφαλο του Θ. Σεχίδη υπήρχαν ευρήματα που έδειχναν εγκεφαλικές ανωμαλίες.

Αντιθέτως, σε αντίστοιχη πραγματογνωμοσύνη τους, οι ψυχίατροι Γ. Καπρίνης και Χρ. Σκαρόπουλος σημείωναν τα εξής: «Προκειμένου να αποκλεισθεί κάθε συμμετοχή οργανικού παράγοντος έγινε πλήρης νευρολογική εξέταση, κατά την οποία δεν διαπιστώθηκε τίποτε το παθολογικό, υπεβλήθη σε ηλεκτροεγκεφαλικό έλεγχο και χαρτογράφηση του εγκεφάλου, όπου δεν διαπιστώθηκε τίποτε το παθολογικό, καθώς επίσης και σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου, όπου επίσης τα ευρήματα ήσαν φυσιολογικά».

Εντούτοις, όταν λίγο αργότερα (στα τέλη του καλοκαιριού 1997) ο Θ. Σεχίδης μεταφέρθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού για ψυχιατρική παρακολούθηση επειδή εμφάνισε ψυχολογικές διαταραχές και αντιμετώπιζε προβλήματα στην επικοινωνία του με το περιβάλλον, υποβλήθηκε εκ νέου σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, κατά την οποία διαγνώσθηκαν μη φυσιολογικά ευρήματα. «Εικόνα φλοιώδους παρεγχυματικής ατροφίας, εμφανούς κυρίως στους μετωπιαίους λοβούς άμφω. Εστιακές βλάβες δεν ελέγχονται. Κοιλιακό σύστημα κ.φ. Εκτεταμένα φλεγμονώδη στοιχεία αναπτύσσονται στον αριστερό μετωπιαίο κόλπο», αναφερόταν χαρακτηριστικά στη γνωμάτευση (όλα τα στοιχεία σχετικά, προέρχονται από ρεπορτάζ της εφημερίδας «Το Βήμα» την Κυριακή 29 Μαρτίου 1998).

Αποφυλάκιση το 2017
«Δεν θέλω να ταλαιπωρώ άδικα τη Δικαιοσύνη. Ήρθα απλά για να αποσύρω την έφεση που είχα κάνει. (…) Καταλαβαίνω τι σημαίνει αυτό. Φοιτητής Νομικής ήμουν. Ούτε καν ήθελα να ασκήσω έφεση, αλλά το έκανα κατόπιν επιμονής του δικηγόρου μου». Αυτό δήλωσε ο Θ. Σεχίδης στις2 Ιουνίου 1998, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (στην Κομοτηνή), όπου επρόκειτο να εκδικαστεί η υπόθεσή του σε δεύτερο βαθμό. «Δεν έχω τίποτα καινούργιο να παρουσιάσω στο δικαστήριο. Γνωρίζω πως δεν υπάρχει το παραμικρό στοιχείο που να στηρίζει τον ισχυρισμό μου περί ανακλαστικής αμύνης. (…) Όταν υπάρχουν πέντε πτώματα από πίσω, τι ρόλο μπορεί να παίζει ο πρότερος έντιμος βίος. Ασφαλώς θα με ενδιέφερε να μειωθεί η ποινή. Αλίμονο. Αλλά, η υπόθεση είναι εσχάτως σοβαρή. Τι μπορεί να γίνουν οι πέντε φορές ισόβια; Είτε τρις, είτε δις ισόβια, μια ζωή στη φυλακή είναι πάλι» συμπλήρωσε κατόπιν.

Νωρίτερα, είχε εξεταστεί από τους ψυχιάτρους Γ. Καπρίνη και Χρ. Σκαρόπουλο, που αποφάνθηκαν ότι «είχε καταλογισμό των συνεπειών της πράξης του και ως εκ τούτου γνωρίζει τι συνεπάγεται το να παραιτείται του δικαιώματος της εφέσεως» (εφημερίδα «Αθηναϊκή» – Τετάρτη 3 Ιουνίου 1998). Έτσι, το δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη ποινή και διέταξε την επαναφορά του Θ. Σεχίδη στις φυλακές Κορυδαλλού.

Εντούτοις, οι δικαστικές περιπέτειες του Θ. Σεχίδη δεν σταμάτησαν. Στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, το Πενταμελές Εφετείο Θράκης στην Κομοτηνή, μετά από σχετική αίτηση που είχαν υποβάλει η Ελένη Σεχίδη και ο γιος της Θεόφιλος, αποφάσισε να μετατρέψει από καταδικαστική σε υποχρεωτική την πρωτόδικη απόφαση για καταβολή αποζημίωσης 100 εκατ. δρχ. σε αυτούς, από τα περιουσιακά στοιχεία του Θ. Σεχίδη. Πριν εισέλθει στην αίθουσα του δικαστηρίου, ο Θ. Σεχίδης αρκέστηκε να πει πως «το μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειάς μου θα πρέπει να δοθεί στους φτωχούς συγγενείς των θυμάτων και όχι στη θεία του Ελένη και τον συνώνυμο εξάδελφό του Θεόφιλο Σεχίδη, γιατί αυτοί έχουν τα οικονομικά μέσα για να ζήσουν άνετα σε όλη την υπόλοιπη ζωή τους».

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με ορισμένα δημοσιεύματα, υπολογιζόταν πως η περιουσία και τα μετρητά που είχε κληρονομήσει ο Θ. Σεχίδης υπερέβαιναν τα 800 εκ. δρχ. (περίπου 2,5 εκ. ευρώ). Όμως, στις 29 Ιανουαρίου 2001, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, τον έκρινε ανάξιο να κληρονομήσει τα ακίνητα και τα κινητά του περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας και έδωσε το δικαίωμα στους κληρονόμους της οικογένειας (τον Γιάννη Σεχίδη, την κόρη του Αναστασία, την Ελένη Κασκαμανίδου και την κόρη της Αναστασία) να τα διεκδικήσουν με κληρονομητήριο.

Στις 26 Ιανουαρίου 2005, η καθημερινή εφημερίδα της Κομοτηνής «Ο Χρόνος» σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ρεπορτάζ (της δημοσιογράφου Μ. Μαρτίδου) υπογράμμιζε πως ο Θ. Σεχίδης «είχε εκτίσει ένα μέρος της ποινής του στην Κομοτηνή, όπου ζητούσε πολύ επιλεκτικές τροφές, απέφευγε το κρέας, διάβαζε, άκουγε μόνο κλασική μουσική, ήταν ιδιόρρυθμος στην συμπεριφορά του και δεν επικοινωνούσε με πολλούς κρατουμένους. Τώρα, όπως πληροφορούμαστε, έχει κλειστεί περισσότερο στον εαυτό του, έχει επιδοθεί με βουλιμία στο φαγητό, καπνίζει ακατάπαυστα ενώ μισούσε το τσιγάρο και αγγίζει τα 140 κιλά σε βάρος κι όσοιτον ξέρουν μιλούν για εμφανή ψυχογενή βουλιμία… (…) Κι ενώ τα πρώτα χρόνια στην φυλακή διάβαζε περιοδικά, εφημερίδες και βιβλία, τώρα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την ζωή και τον έξω κόσμο, δεν αυλίζεται στις φυλακές, δεν επικοινωνεί με κανένα. Παραμένει κλεισμένος στο κελί του με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό. (…) Η περίπτωση του είναι σίγουρο ότι θα απασχολήσει την ιατρική υπηρεσία των φυλακών (…)».

Σε κάθε περίπτωση, ο Θεόφιλος Σεχίδης αναμένεται να αποφυλακιστεί το 2017, είκοσι ένα χρόνια μετά τα εγκλήματά του. Θα είναι, τότε, 45 ετών…

πηγή: http://eglima.wordpress.com/2008/03/29/sehides_5/ Γιάννης Ράγκος